Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΔΟΜΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

του Γιώργου Σταμπουλή


Η μείωση του χρόνου πλήρους απασχόλησης δεν είναι μόνο απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή και βιωσιμότητα στις νέες συνθήκες, αλλά αποτελεί και κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική μετάβαση στην κοινωνία -και όχι στενά στην οικονομία- της γνώσης.

Η όξυνση της κρίσης που προκάλεσαν τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με την επιβολή των Μνημονίων στην Ελλάδα συχνά οδηγούν στην υποτίμηση του γενικότερου, παγκόσμιου, συστημικού χαρακτήρα της κρίσης. Διεθνώς, οι προσδοκίες για κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν χωρίς ριζικές δομικές αλλαγές. Δεν αρκεί ο «εκσυγχρονισμός», η σύγκλιση με τις προηγμένες οικονομίες. Άλλωστε, η κρίση είναι εν τέλει κρίση αξιών, κοινωνική και πολιτική. Η εργασία βρίσκεται στον πυρήνα των αλλαγών που συντελούνται, αλλά η σχετική συζήτηση είτε υστερεί είτε κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση (πρόσφατο δείγμα η περίπτωση του δωδεκάωρου στην Αυστρία).

Χαρακτηριστικός είναι ο εφησυχασμός που συνήθως συνοδεύει την αύξηση της απασχόλησης σε Ευρώπη και ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Υποτιμάται το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις δεν συμβαίνει το ίδιο με τις ώρες εργασίας, που είναι πιο ουσιαστικός δείκτης. Έτσι, στην Ευρώπη η ανάκαμψη στην ανεργία είναι σε μεγάλο βαθμό ανάκαμψη της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, καθώς οι ώρες εργασίας αυξάνονται με πολύ αργότερο ρυθμό από ό,τι η απασχόληση, ενώ μειώθηκαν πολύ περισσότερο στην περίοδο 2008-2013.
Κατά συνέπεια, αυξάνεται η επισφαλής εργασία (μερική και προσωρινή απασχόληση), με προφανείς επιπτώσεις στα εισοδήματα και ένταση του φαινομένου των εργαζόμενων φτωχών. Θίγονται περισσότερο οι νέοι και οι γυναίκες, ενώ ωθείται μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εκτός αγοράς εργασίας (εργατικού δυναμικού). Στην Ελλάδα, η υψηλή ανεργία συνδυάζεται με το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης (~53%) στην Ευρώπη (~69%)!
Παράλληλα, παρατηρείται η αντίφαση να αυξάνεται σημαντικά η προσφορά εργασίας με αυξημένα τυπικά προσόντα, αλλά όχι η ζήτηση, με αποτέλεσμα να υπάρχει υποαξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού (28% των μισθωτών και 31% των ελεύθερων επαγγελματιών δηλώνουν ότι διαθέτουν προσόντα για να ανταπεξέλθουν σε πολύ πιο απαιτητικά καθήκοντα, ενώ μόλις το 15% και 12% αντίστοιχα θεωρούν πως χρειάζονται κατάρτιση ή εκπαίδευση)i.
Τα παραπάνω συνδέονται άμεσα με την αδυναμία του μοντέλου ανάπτυξης να προσαρμοστεί στις προκλήσεις της τεχνολογικής εξέλιξης. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι πιο απτή παρά ποτέ. Είναι κοινός τόπος ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι στενά συνυφασμένη με την ανεργία, την παγκοσμιοποίηση και την παραγωγική αναδιάρθρωση, αλλά και με την κλιματική αλλαγή, την αναψυχή, την υγεία και την παιδεία.
Η τεχνολογική εξέλιξη αποτελεί ιστορικά σημαντικό παράγοντα για τη μείωση της εργασίας και εντέλει τη μείωση του χρόνου εργασίας. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι και η μείωση στο σαραντάωρο συντελέστηκε αποφασιστικά στην αιχμή του κραχ του 1929.
Σήμερα η τεχνολογική εξέλιξη επιβαρύνει την εργασιακή συνθήκη, αλλά και ταυτόχρονα επιβραδύνεται από τη δομική-τεχνολογική ανεργία. Η μείωση του χρόνου εργασίας θα συμβάλει ταυτόχρονα στη βελτίωση των όρων στην αγορά εργασίας, λειτουργώντας σε αναπτυξιακή κατεύθυνση, και στην απορρόφηση της ανεργίας οργανικά σε θέσεις εργασίας που είναι συμβατές με σημερινό το προφίλ του ανθρώπινου δυναμικού. Αντίθετα, η προσπάθεια ανάπτυξης νέων εξειδικεύσεων και ικανοτήτων έξω από τη σφαίρα της παραγωγής (η λογική της απασχολησιμότητας) δεν μπορεί να λειτουργήσει ώστε τόσο οι άπειροι νέοι όσο και οι έμπειροι μεγαλύτεροι σε ηλικία να απορροφηθούν οργανικά στην παραγωγή. Μόνο ένα μικρό μέρος, κυρίως νεότερων, μπορεί να αξιοποιηθεί σε νέες οικονομικές δραστηριότητες έντασης γνώσης και δημιουργικότητας. Στην πλειονότητα των υφιστάμενων δραστηριοτήτων, η μετάβαση από το σημερινό προφίλ ικανοτήτων και τον αντίστοιχο καταμερισμό εργασίας μπορεί να συντελεστεί με λιγότερες τριβές ενδογενώς, όταν οι εργαζόμενοι θα έχουν τη δυνατότητα να αφομοιώσουν τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες στο πλαίσιο της δραστηριότητας που ασκούν.
Η μείωση του χρόνου πλήρους απασχόλησης δίνει τη δυνατότητα όχι απλά για επανακατάρτιση στο πλαίσιο της διά βίου μάθησης, αλλά για συνεχή μόρφωση και ενδυνάμωση σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Από την άλλη, θα διευκολύνει την είσοδο στην αγορά εργασίας σημαντικών τμημάτων του εν δυνάμει εργατικού δυναμικού που τώρα επιλέγει ή αναγκάζεται να μη συμμετέχει. Νέοι και γυναίκες θα έχουν καλύτερες συνθήκες ένταξης στην παραγωγή, ενώ οι περιορισμοί που οδηγούν σε επιλογές μερικής απασχόλησης («ευελιξία») θα έχουν μικρότερη σημασία.
Αποτέλεσμα των παραπάνω θα είναι να μειωθεί η ανεργία, να αυξηθεί σημαντικά η απασχόληση, να αυξηθούν οι μισθοί και να ενισχυθούν σημαντικά τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, διευκολύνεται η εκπαίδευση και σε νέες ειδικότητες και δεξιότητες, ώστε να επιτευχθεί η μετάβαση στο νέο αναπτυξιακό μοντέλο με όρους που θα είναι συμβατοί με τις απαιτήσεις της οικονομίας της γνώσης. Επίσης, θα γίνει πιο εύκολη και ελκυστική η συμμετοχή σε συνεταιριστικά εγχειρήματα σε σύγκριση με την αυτοαπασχόληση.
Πιο σημαντική θα είναι η επίδραση στο κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο. Η ιστορική διεκδίκηση των «τριών οκταώρων» για εργασία, ανάπαυση και ψυχαγωγία είναι καιρός να επικαιροποιηθεί στις νέες συνθήκες, διεκδικώντας ένα τέταρτο πεδίο χρόνου, αυτό της συμμετοχής στα κοινά. Αυτό θα αλλάξει όχι μόνο την οικονομία της παραγωγής και την οικονομία του ελεύθερου χρόνου, αλλά και την ποιότητα της δημοκρατίας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Η τεχνολογική εξέλιξη δεν αφορά μόνο τη σφαίρα της οικονομίας. Επηρεάζει και εφαρμόζεται σε κάθε πλευρά του κοινωνικού γίγνεσθαι. Στην εντεινόμενη (και τεχνολογικά) πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, οι πολίτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν τις διαθέσιμες εναλλακτικές και να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση των επιλογών, όχι να βασίζονται στην «καλοκαγαθία των τεχνοκρατών». Με τη μείωση του χρόνου εργασίας θα υπάρχει περισσότερος χρόνος και η δυνατότητα για ενημέρωση και ενεργό ενασχόληση με τα μικρά και τα μεγάλα ζητήματα, με το σχολείο, τη γειτονιά, τη διαχείριση των απορριμμάτων, την άθληση, το περιβάλλον, την τεχνολογία, την οικονομία. Οι πιο ενήμεροι πολίτες θα είναι σε θέση να ασχοληθούν και να συμβάλουν στη λήψη αποφάσεων με πραγματική συμμετοχή και συναίνεση. Θα έχουν τον χρόνο και τη δυνατότητα να πληροφορηθούν, να διαβουλευθούν. Οι εργαζόμενοι θα έχουν περισσότερο χρόνο για καλύτερη ισορροπία μεταξύ εργασίας, οικογένειας και κοινωνίας. Γιατί, αντίθετα με την ψευδαίσθηση της εξατομικευμένης προσέγγισης, κανείς δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα ζητήματα ατομικά αν δεν βελτιώσει και τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες λειτουργεί.
Η μείωση του χρόνου πλήρους απασχόλησης δεν είναι μόνο απαραίτητη για την κοινωνική συνοχή και βιωσιμότητα στις νέες συνθήκες, αλλά αποτελεί και κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική μετάβαση στην κοινωνία -και όχι στενά στην οικονομία- της γνώσης.
* Ο Γεώργιος Σταμπουλής είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
i ETUC & ETUI (2018) Benchmarking Working Europe