ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ: ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ) ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



του Γιώργου Σταμπουλή

Η περιβαλλοντική επιβάρυνση από τη λειτουργία μιας μονάδας όπως η ΑΓΕΤ (LafargeHolcim) συχνά αντιπαρατίθεται με την απειλή της απώλειας θέσεων εργασίας και εισοδήματος. Αφού θυμηθούμε ότι η εταιρεία έχει αποδειχθεί αναξιόπιστη σε ότι αφορά στην τήρηση υποχρεώσεων, σύμφωνα και με όσα ανακοινώθηκαν και στο Περιφερειακό Συμβούλιο της Θεσσαλίας (πριν σχεδόν ένα χρόνο), αλλά και ότι η πολιτεία σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο (επιεικώς) διστάζει να ασκήσει αυστηρούς και ουσιαστικούς ελέγχους, είναι σημαντικό να δούμε το θέμα σε ευρύτερο πλαίσιο.


Το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ αποτελεί όχι μόνο περιβαλλοντικό, αλλά και χωροταξικό πρόβλημα για την πόλη του Βόλου (όπως πολλές μονάδες παραγωγής σε όλη τη χώρα και τον κόσμο). Όχι μόνο λόγω των προβλημάτων που δημιουργούνται από την επιλογή να μην κάψει το περιβαλλοντικά λιγότερο επιβλαβές καύσιμο, αλλά και για το κόστος ευκαιρίας που προκύπτει από το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο σημείο δεν αναπτύσσονται άλλες δραστηριότητες, πιθανά πιο επωφελείς για τον τόπο.

Το ερώτημα, σε ότι αφορά στην ΑΓΕΤ και άλλες μονάδες στη χώρα, είναι πώς, στο πλαίσιο της βιώσιμης λειτουργίας της τσιμεντοβιομηχανίας στη χώρα, θα εξασφαλισθεί η περιβαλλοντικά ασφαλής και χωροταξικά ορθή λειτουργία των μονάδων. Πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνει ότι η παραγωγή του κλάδου στην Ευρώπη μειώθηκε κατά περίπου 40% από το 2007 Οι εκτιμήσεις δεν προβλέπουν ανάκαμψη στα προ της κρίσης επίπεδα. Παράλληλα η αναδιάρθρωση στον κλάδο συνδυάζεται διεθνώς με ιδιαίτερη έμφαση στην εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά και στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος, που αφορά σε εκπομπές αερίων ρύπων, τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και τη διαχείριση του εδάφους. Σύμφωνα με τις δηλώσεις υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης η πολιτική θα εστιάσει στην υποστήριξη της μετεγκατάστασης των οχλουσών δραστηριοτήτων σε χώρους υποδοχής, οι οποίες βέβαια θα πρέπει να έχουν τις κατάλληλες περιβαλλοντικές και μικρο-κλιματικές συνθήκες. Σε αυτό το πλαίσιο οι τοπικές και περιφερειακές αρχές και η κυβέρνηση θα πρέπει να προετοιμάσουν ένα σχέδιο μετάβασης σε ένα νέο τοπίο του κλάδου στην Ελλάδα, ώστε να μην διολισθήσουμε σε ένα ανταγωνισμό κοινωνικής και περιβαλλοντικής μειοδοσίας μεταξύ των τοπικών κοινωνιών.

 Αν η πολιτεία δεν μεριμνήσει να έχει σαφή βιομηχανική πολιτική που να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες με το μικρότερο δυνατό κόστος για το περιβάλλον και την υγεία θα βρεθεί ακολουθεί τις εξελίξεις και να εκβιάζεται από τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς. Ήδη, με τον περιορισμό των εισαγωγών απορριμμάτων από την Κίνα (για περιβαλλοντικούς λόγους!) η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τα σκουπίδια που παράγει.

Συνεπώς η ορθολογικά και κοινωνικά επωφελής πολιτική θα πρέπει να μελετήσει και να μεριμνήσει για τη μετεγκατάσταση της συγκεκριμένης μονάδας (και άλλων) ώστε να εξασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη προοπτική του κλάδου, με σύγχρονες παραγωγικές υποδομές και περιβαλλοντικές προϋποθέσεις, στο πλαίσιο ενός εθνικού σχεδιασμού και με ταυτόχρονη μέριμνα για τους εργαζόμενους. Δεν είναι ασφαλές να προσδοκούμε ότι τέτοιες πολύ παλιές - μικρής πλέον δυναμικότητας - μονάδες θα συνεχίσουν για πολύ υπό αυτούς τους όρους, ούτε είναι λύση αυτό να γίνεται με την άμεση ή έμμεση επιδότηση του κόστος λειτουργίας τους και την επιβάρυνση του περιβάλλοντος, ειδικά ενώ έχουν σημαντικά κέρδη. Οι εταιρείες κάνουν τα σχέδιά τους. Το θέμα είναι αν η πολιτεία σε κεντρικό , περιφερειακό και τοπικό επίπεδο κάνει τα δικά της.

Όμως, ενώ η ΑΓΕΤ αποτελεί σημαντική πηγή ρύπανσης και όχλησης, δεν είναι η μόνη πηγή αυτών.  Τόσο άλλες βιομηχανικές μονάδες όσο και οι αστικές μετακινήσεις, οι κεντρικές θερμάνσεις και τα τζάκια συμβάλουν στις επιβαρυντικές συνθήκες, που συχνά γίνονται ασφυκτικές. Η πόλη και η περιφέρεια θα είναι όμηροι των σχεδιασμών μεμονωμένων επιχειρηματικών σχεδιασμών όσο δεν υπάρχει επεξεργασμένη πολιτική με σαφή σχεδιασμό που θα εξασφαλίζει τόσο την απασχόληση και την ευημερία όσο και την τήρηση όλο και αυστηρότερων περιβαλλοντικών όρων. 

Απαιτείται συνολικό σχέδιο:

·         Μετάβασης στην «οικονομία χαμηλού άνθρακα», με τον αυστηρό έλεγχο και την επιβολή της τήρησης αυστηρών όρων λειτουργίας της βιομηχανίας (χωρίς εκπτώσεις και διολισθήσεις) και τον περιορισμό των οχλουσών δραστηριοτήτων από κάθε πηγή, τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση του κτηριακού αποθέματος (με έμφαση στην κατοικία και τα δημόσια κτήρια), τις δημόσιες συγκοινωνίες, τους δημόσιους χώρους, το αστικό και περιαστικό περιβάλλον, το θαλάσσιο μέτωπο.

·         Ανάπτυξης της κυκλικής οικονομίας, με μείωση των παραγόμενων απορριμμάτων και λυμάτων, αύξησης της επανάχρησης και μείωσης του κοινωνικού και περιβαλλοντικού κόστους. Αποσπασματικές λύσεις που απλά κρύβουν το βασικό πρόβλημα κάτω από το χαλί, όπως οι μονάδες παραγωγής δήθεν εναλλακτικών καυσίμων από απορρίμματα είναι αναχρονιστικές και προσθέτουν επιπλέον κόστος και αβεβαιότητα για τους δημότες.

Παράλληλα η αυτοδιοίκηση – τοπική και περιφερειακή - από παθητικός διαχειριστής απαιτείται να αναλάβει ενεργό ρόλο στο σχεδιασμό της μετάβασης στην εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, της οικονομίας της γνώσης και της αλληλεγγύης.

Η αμυντική προσπάθεια συντήρησης του παρελθόντος δείχνει απουσία οράματος, σχεδιασμού και ρεαλισμού. Με παρτέρια και λαμπάκια δεν κρύβεται η ενθάρρυνση, αντί για αποθάρρυνση, του ΙΧ και η υποβάθμιση των δημοσίων χώρων, απουσία συνολικού σχεδιασμού που θα υπηρετεί τους πολίτες και την πόλη. Με έργα χωρίς συνολικό σχεδιασμό, που γίνονται με κριτήριο την απορρόφηση κονδυλίων και όχι την οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους και του παραγωγικού ιστού, σπαταλιέται το μέλλον των επόμενων γενεών.

Τα παραπάνω δεν γράφονται για να παρακαμφθεί το ζήτημα της καύσης RDF και πετ-κοκ. 

Αυτά πρέπει να σταματήσουν άμεσα. 

Γράφονται γιατί συχνά οι ασκούντες εξουσία δικαιολογούν την καύση ως αναπόφευκτη, ενώ είναι αποτέλεσμα της αδράνειάς και του ελλείματος πολιτικής.




ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ