ΜΠΟΡΕΙ ΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ''ΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ" ;




του Γιώργου Βεργόπουλου

Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – Κίνας περιγράφεται συχνά με τον όρο “παγίδα του Θουκυδίδη”, που πολύ απλά αναφέρεται στο συμπέρασμα του αρχαίου ιστορικού ότι μια κυρίαρχη δύναμη θα υποχρεωθεί αναπόφευκτα σε πόλεμο με την ανερχόμενη για να διατηρήσει την ηγεμονία της.


Η λέξη παγίδα υπονοεί ότι καμία από τις δυο ισχυρές δυνάμεις δεν επιθυμεί στ αλήθεια τον πόλεμο, αλλά η δυναμική των εξελίξεων θα τον προκαλέσει. Γιατί ούτε η κυρίαρχη δύναμη παραιτείται οικειοθελώς από την πρωτοκαθεδρία της για χάρη της ειρήνης, ούτε η ανερχόμενη παραιτείται των φιλοδοξιών της.

Μια ματιά στην Ιστορία δείχνει ότι το συμπέρασμα του Αθηναίου ιστορικού δείχνει να έχει βάση. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ιδιαίτερα φαίνεται να επιβεβαιώνει κατά γραμμή την Θουκυδίδειο υπόθεση καθώς διεξήχθη ανάμεσα στον συνασπισμό των κυρίαρχων οικονομιών μετά την  δεύτερη βιομηχανικη επανάσταση – Βρετανία, Γαλλία ως εταίρος της, ΗΠΑ- και στην ανερχόμενη Γερμανία με τον μόνιμο τότε εταίρο της την Αυστρουγγαρία. Ενώ η Ρωσική και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν απλά συμπληρωματικές στους δυο συνασπισμούς. 

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της έννοιας της “παγίδας”  ότι λίγα χρόνια πριν την έκρηξη του Πολέμου κυκλοφόρησε με τεράστια επιτυχία το βιβλίο του Norman Angell “Η μεγάλη αυταπάτη” το οποίο εξηγούσε ότι λόγω της αλληλεξάρτησης των οικονομιών, ο πόλεμος ήταν πλέον ξεπερασμένος στον 20ο αιώνα που μόλις ξεκινούσε.

Ενώ ο - ναυτικός κυρίως- πόλεμος μεταξύ Αγγλίας και Ισπανίας το 1588 επίσης δείχνει να ανταποκρίνεται στο ερμηνευτικό αυτό σχήμα. Επί μισό αιώνα η Αγγλία διεκδικούσε το μερίδιο της Ισπανίας από τον πλούτο του Νέου Κόσμου και κάποια στιγμή η Ισπανία αποφάσισε να αντιδράσει. Έχασε και ξεκίνησαν οι Αγγλοσαξωνικοί αιώνες κυριαρχίας.
Είναι πιστεύω φανερό ότι η αρχαία αυτή ερμηνεία για την όξυνση των συγκρούσεων, καθώς κινείται στο επίπεδο της τακτικής και της συγκυρίας, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με άλλα, περισσότερο  αναλυτικά ερμηνευτικά μοντέλα. Το γεγονός ότι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για την διεκδίκηση των παγκόσμιων αγορών (εξ ορισμού άλλωστε, Αυτοκρατορίες αποκαλούνταν σχεδόν όλες) δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την συγκεκριμένη ερμηνεία του πως οι δυνάμεις αυτές επέλεξαν ή παγιδεύτηκαν στην ένοπλη αναμέτρηση την συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Η αντίθεση ΗΠΑ – ΕΣΣΔ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ήταν πολύ δύσκολο να οδηγήσει σε μια τέτοια παγίδευση υποχρεωτικά ένοπλης σύγκρουσης, για δυο λόγους. Ο ένας ήταν φυσικά το M.A.D. , η Αμοιβαία Εγγυημένη Καταστροφή λόγω των πυρηνικών όπλων. Ο δεύτερος ήταν η πολύ ιδεολογικοποιημένη φύση της αντίθεσης που προσδιόριζε τις επιμέρους συμμαχίες και αντιθέσεις. Δεν είναι δηλαδή καθόλου βέβαιο ότι η ΕΣΣΔ απότέλεσε ποτέ πραγματικό διεκδικητή της παγκόσμιας οικονομικής κυριαρχίας από τις ΗΠΑ, η αντίθεση τους αφορούσε την πιθανότητα το σοβιετικό σύστημα να επικρατήσει εκ των έσω στη Δύση. Οι ΗΠΑ δεν απειλήθηκαν ποτέ άμεσα στην ηγεμονία τους στις διεθνείς αγορές από την ΕΣΣΔ ώστε να αντιδράσουν με πόλεμο.

Η μετάβαση της Κϊνας στο ιδιότυπο καθεστώς που την χαρακτηρίζει σήμερα, της οικονομίας του κεφαλαίου και των αγορών αλλά με ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό και απόλυτο έλεγχο του κράτους από ένα κόμμα που αποκαλείται κομμουνιστικό, κατά έναν απρόβλεπτο για τη Δύση τρόπο έχει αυξήσει και όχι μειώσει  τις πιθανότητες σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Όσο η Κίνα παρέμενε Μαοϊκή, η αντίθεση της με τις ΗΠΑ ήταν παρόμοια με αυτή της ΕΣΣΔ. Δεν αποτελούσε απειλή για τις ΗΠΑ στο πλαίσιο των παγκόσμιων αγορών προϊόντων και κεφαλαίων.

Μπάινοντας μέσα στο παγκόσμιο σύστημα και με την απελευθέρωση των περιορισμών σε αυτό με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, η Κίνα αναδείχθηκε πλέον σε ανταγωνιστική προς τις ΗΠΑ δύναμη με “κανονικούς” όρους του συστήματος. Η προηγούμενη δύναμη που αποπειράθηκε να παίξει αυτό τον ρόλο ήταν η Ιαπωνία την δεκαετία 1985-95. Αλλά μια σειρά εγγενείς αδυναμίες της (πλήρης ενεργειακή εξάρτηση από το εξωτερικό και γενικότερα έλλειψη πλουτοπαραγωγικών πόρων στο περιορισμένο της έδαφος) μαζί με την απότομη ανάπτυξη της πληροφορικής (μικροεπεξεργαστές και λειτουργικά συστήματα) στις ΗΠΑ, την άφησαν πάλι σχετικά πίσω.

Η Κίνα λόγω μεγεθών δεν έχει αυτές τις Ιαπωνικές αδυναμίες. Αντίθετα, συνέχισε να ανέρχεται ενώ δεν έχει ακόμη καλύψει την τεχνολογική υστέρηση από τις ΗΠΑ, οπότε προκύπτει φυσικά το ερώτημα τι θα συμβεί όσο αναπόφευκτα την καλύπτει. Με δυο λόγια, ανησυχητική για τις ΗΠΑ δεν είναι η σημερινή επίδοση της Κίνας αλλά η δυναμική της.

Αρκετά χρόνια τώρα μια σχολή σκέψης στις ΗΠΑ προτείνει την σύγκρουση με την Κίνα, οικονομική, πολιτική και αν χρειαστεί και στρατιωτική, “όσο είναι νωρίς”. Πριν η Κίνα φτάσει το ΑΕΠ των ΗΠΑ, πριν αποκτήσει μαχητικά αεροσκάφη 5ης γενεάς με όλο τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους.

Η αντίθετη σχολή σκέψης στις ΗΠΑ πίστευε ότι η μετεξέλιξη της Κίνας σε μια οικονομία της αγοράς θα φέρει αναπόφευκτα την πολιτική ανατροπή του ΚΚΚίνας. Με τη σειρά της αυτή θα έφερνε αναστάτωση όπως επί Γιέλτσιν στη Ρωσία και αντικειμενική αποδυνάμωση της Κίνας. Γι αυτό η γραμμή των ΗΠΑ επί μια δεκαετία δεν ήταν η αντίθεση στην διείσδυση της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές αλλά η πίεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλλαγή του πολιτικού συστήματος.

Το Κινεζικό καθεστώς φαίνεται να τους διέψευσε. Ούτε η ανάδειξη μιας πολυπληθούς μεσαίας τάξης ούτε η διάδοση του Διαδικτύου και του δυτικού τρόπου ζωής στην Κίνα φάνηκε να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις πολιτικές δομές στην Κίνα. Αντίθετα μάλιστα, στο τελευταίο Συνέδριο του ΚΚΚίνας αποφασίστηκε η δυνατότητα του ΓΓ να διατηρήσει την εξουσία του χωρίς περιορισμό θητειών, γεγονός πόυ στις ΗΠΑ συγκέντρωσε μεγάλη δημοσιότητα ως ένδειξη ακόμης μεγαλύτερης σταθεροποίησης του καθεστώτος.

Η μεγάλη ιδιαιτερότητα της συγκυρίας είναι ότι αυτή η συνεχής ισχυροποίηση της Κίνας ως οικονομία αλλά και του Κινεζικού καθεστώτος παράλληλα, συμπίπτουν με την Προεδρία Τραμπ στις ΗΠΑ. Ο οποίος εξελέγη υποσχόμενος συνδιαλλαγή με τη Ρωσία του Πούτιν για να αντιμετωπίσει καλύτερα την “πραγματική απειλή για τις ΗΠΑ, δηλαδή την Κίνα”. Οπότε το τζίνι έχει ήδη βγει από το μπουκάλι.

Οι εμπορικές κυρώσεις Τραμπ προς την Κίνα ήταν αναμενόμενες από την ημέρα της εκλογής του. Σε άλλα μπορεί να υποχωρήσει, αν υποχωρήσει σε αυτό δεν είναι ο Τραμπ. Στην διεθνή σκηνή οι κυρώσεις συνδυάζονται με την συνεχιζόμενη κρίση με την Β. Κορέα (για την επιβίωση της οποίας παρά τις εξοντωτικές κυρώσεις  οι ΗΠΑ κατηγορούν την Κίνα), την πιθανότητα ακύρωσης της συμφωνίας με το Ιράν για τα πυρηνικά (το Ιράν διατηρεί καλές σχέσεις με την Κίνα που άλλωστε χρειάζεται ενέργεια) και βέβαια με τις συνεχιζόμενες κυρώσεις κατά της Ρωσίας που αρχίζει να λαχανιάζει οικονομικά εξαιτίας τους.

Ένα σωρό αφορμές δηλαδή για να ξεφύγει ο έλεγχος και να δικαιωθεί ο αρχαίος ιστορικός. Στην πράξη ένας “υβριδικός” Ψυχρός Πόλεμος είναι ήδη σε εξέλιξη παγκόσμια, με συγκρούσεις δι αντιπροσώπων στη Μέση Ανατολή, παρεμβάσεις του ενός στο εσωτερικό και στις εκλογές του άλλου, κατασκοπευτικά θρίλερ και ανταγωνισμό για το τεχνολογικό προβάδισμα στα οπλικά συστήματα. Αυτό που είναι πιθανόν  να συμβεί δεν είναι μια ταχεία κλιμάκωση μεταξύ των πρωταγωνιστών της σύγκρουσης αλλά η ένταση των περιφερειακών επεισοδίων. Η Κίνα δηλαδή να αντιδράσει στις κυρώσεις όχι κυρίως με δικό της εμπορικό πόλεμο στις ΗΠΑ αλλά ενισχύοντας τους άλλους διεθνείς παράγοντες που βρίσκονται σε αντίθεση με τις ΗΠΑ. Να αναμιχθεί ακόμη περισσότερο στο Πακιστάν, να επενδύσει στα Σιιτικά κράτη της Μέσης Ανατολής και βέβαια στην Αφρική, ίσως να αλληλοβοηθηθεί λίγο περισσότερο (επενδύσεις έναντι τεχνογνωσίας) με τη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι που θα αποτελούσε δώρο εξ ουρανού για τον Πούτιν. Επίσης να κοιτάμε λίγο προσεκτικά τι γίνεται στην αμφισβητούμενη Νότια Κινεζική Θάλασσα.

Η Κίνα δεν θα βιαστεί. Ακόμη και για το χειρότερο ενδεχόμενο, προτιμά να κερδίσει άλλα δέκα χρόνια προετοιμασίας. Ακόμη καλύτερο γι αυτήν είναι να αποφύγει τελείως την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και να περάσει αθόρυβα στην κορυφή, όπως έγινε μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ. Αυτός που αισθάνεται να πιέζεται χρονικά είναι οι ΗΠΑ αλλά και προσωπικά ο Τραμπ που σε αντίθεση με τον Κινέζο πρόεδρο και ΓΓ έχει δύσκολες εκλογές μπροστά του το 2020. Αυτή ακριβώς η ανασφάλεια του ισχυρού είναι η περίφημη “παγίδα του Θουκυδίδη”.