ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ


του Γιώργου Σταμπουλή

Στη συζήτηση για το νέο παραγωγικό μοντέλο αναφέρεται συχνά η σημασία της καινοτομίας και της οικονομίας της γνώσης. Στο συνεχές της εξέλιξης του τεχνο-οικονομικού παραδείγματος που βιώνουμε ξεχωρίζουν ορισμένες κανονικότητες, όπως:

-          Αλλάζει η μορφή των επενδύσεων, καθώς όλο και μεγαλύτερο μέρος αφορά σε επενδύσεις σε άυλα στοιχεία ενεργητικού (πατέντες, πνευματικά δικαιώματα, σήματα αλλά και εταιρική εικόνα, φήμη κλπ.), ή αλλιώς σε συμβολική αξία.

-          Αλλάζει η γεωγραφία των επενδύσεων και της παραγωγής, και αναδεικνύονται νέες δυνάμεις που εστιάζουν στην τεχνολογική πρωτοπορία.

Oι αλλαγές είναι δομικές τόσο στον τρόπο παραγωγής όσο και στο τρόπο κατανάλωσης. Για παράδειγμα στις μεταφορές η μετάβαση από το ιδιόκτητο στο κοινόχρηστο αυτοκίνητο (car sharing) θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δομή και λειτουργία των πόλεων. Αντίστοιχα, οι τεχνολογικές εξελίξεις στην ενέργεια συντελούν στη μετάβαση σε παραγωγή με οριακό κόστος που τείνει στο μηδέν (στις ΑΠΕ) και σε μια νέα δομή και τοπολογία της παραγωγής με την αυτοπαραγωγή, τα έξυπνα δίκτυα, την αποθήκευση ενέργειας, τις ενεργειακές κοινότητες κοκ.

Όμως η πλειοψηφία των αναφορών αναπαράγει λαθεμένες παραδοχές ή αγνοεί βασικά χαρακτηριστικά της οικονομίας της γνώσης. Πρώτα σε ότι αφορά στην πολιτική οικονομία της αξίας. Το κυρίαρχο νοητικό σχήμα δημιουργίας αξίας και εξαγωγής υπεραξίας στη σφαίρα της μεταποίησης και της χειρωνακτικής εργασίας δεν επαρκεί. Η αξία «σχεδιάζεται» στη σφαίρα της καινοτομίας, υλοποιείται στη σφαίρα της παραγωγής-μεταποίησης και πραγματοποιείται στη σφαίρα της συναλλαγής. Και ενώ στη σφαίρα της παραγωγής υλικών αγαθών μπορεί να εξακολουθούν να λειτουργούν φθίνουσες αποδόσεις, στη σφαίρα του σχεδιασμού – αλλά και στη διανομή-κατανάλωση σε ότι αφορά στα πληροφοριακά προϊόντα και υπηρεσίες – οι αποδόσεις στην κλίμακα είναι αύξουσες. Έτσι εντείνονται φαινόμενα «Σουμπετεριανών μονοπωλίων», μέσω της συνεχούς τεχνολογικής συσσώρευσης, που οδηγούν και σε αύξηση των ανισοτήτων.


Δεύτερο, η τεχνολογική αλλαγή επιφέρει εξοικονόμηση κεφαλαίου και εργασίας, με άλλα λόγια χρειάζονται λιγότερες εισροές για τη δημιουργία αντίστοιχης αξίας. Οι επιπτώσεις είναι δραματικές σε ότι αφορά στην εργασία, καθώς τα τελευταία 20 χρόνια παρατηρείται σταθερή μείωση της απαιτούμενης εργασίας (ως συνολικός χρόνος εργασίας). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου ενώ το ΑΕΠ και η απασχόληση αυξάνονται οι συνολικές ώρες εργασίας μειώνονται (βλ. Διάγραμμα). Αυτό σημαίνει ότι αυξάνεται η μερική και επισφαλής εργασία και μειώνεται το μέσο εισόδημα από την εργασία που τελικά καταλήγει στην κλιμάκωση του φαινομένου των «εργαζόμενων φτωχών». Με άλλα λόγια η «άεργη ανάπτυξη» είναι μία πραγματικότητα που μέχρι σήμερα αντιμετωπιζόταν με την υποβάθμιση της εργασίας και την αύξηση της ανισότητας (Ατζέντα 2010, Μπλερ κλπ). Οι προσπάθειες αντιμετώπισης της ανεργίας μέσα από «παραδοσιακά» εργαλεία είναι μάταιες. Η μόνη ουσιαστική απάντηση στην ανεργία, τη φτώχεια και την ανισότητα είναι η μείωση του χρόνου εργασίας, κάτι που ιστορικά αποτελεί σαφή τάση.

Απασχόληση και εργασία στις ΗΠΑ (1999-2015)

                Πηγή: U.S. Bureau of Labor Statistics  (https://www.bls.gov/data/)


Τρίτο, επικρατεί η αυταπάτη ότι η γνώση μπορεί να θεσπίζεται ως αγαθό, είτε ως ιδιωτικό είτε ως κοινό είτε ως δημόσιο. Σε αυτή τη συζήτηση οι διαστρεβλώσεις προέρχονται κυρίως την ταύτιση γνώσης και πληροφορίας. Αγνοείται το γεγονός ότι η γνώση αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από άρρητη – μη κωδικοποιήσιμη – γνώση, δηλαδή δεν μπορεί να αποδοθεί πλήρως σε πληροφορία. Επιπλέον η γνώση είναι καταστασιακή, δηλαδή εξειδικεύεται μα βάση το ιστορικό, κοινωνικό, οργανωσιακό και αξιακό πλαίσιο. Η πλάνη ότι η γνώση μπορεί να μεταφέρεται και ότι η μάθηση μπορεί να συντελείται χωρίς κόστος είναι κοινή τόσο στη νεοκλασσική-νεοφιλελεύθερη αφήγηση περί εμπορευματοποίησης αποσυνδεδεμένη από την εργασία όσο και στην αφήγηση της γνώσης ως κοινό. Η γνώση είναι αγαθό λέσχης. Η απόκτηση και δημιουργία γνώσης αποτελεί μια κοινωνικά εμπεδωμένη διαδικασία με αναπόφευκτη πολιτική οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο ο «εκδημοκρατισμός της γνώσης» και η άρση των ανισοτήτων μπορούν να συντελεσθούν μόνο μέσα από τη συστηματική επένδυση στη διεύρυνση της «λέσχης της γνώσης». Το κόστος της επένδυσης δεν αφορά μόνο στις υποδομές αλλά και στον απαιτούμενο χρόνο. Εδώ η μείωση του χρόνου εργασίας συναντάται με την δημοκρατική οικονομία της γνώσης και την άρση των ανισοτήτων. Η οικονομία του ελεύθερου χρόνου αποτελεί κρίσιμο πεδίο ηγεμονίας, όπου η μόρφωση – το πολιτισμικό κεφάλαιο – συμμετέχει στο πλαίσιο κοινωνικής αναπαραγωγής και πολιτικής συμμετοχής.

Τέταρτο, η εξαγωγή πλεονάσματος (υπεραξίας-κέρδους) στην οικονομία της γνώσης είναι το αποτέλεσμα σωρευτικών επενδύσεων του κράτους στη δημόσια έρευνα, στην εκπαίδευση και στις υποδομές, αλλά και της άμεσης χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Από αυτή την επένδυση το κράτος και το δημόσιο δεν λαμβάνουν το αντίστοιχο μέρισμα καινοτομίας. Έτσι διακεκριμένοι αναλυτές, όπως ο William Lazonick και η Marriana Mazzucato, προτείνουν το κράτος να διατηρεί συμμετοχή στα κέρδη ή και στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων. Ήδη μια έκφανση του κράτους, το δημόσιο πανεπιστήμιο, έχει τέτοιες συμμετοχές ανακτώντας σημαντικό μέρος της δημόσιας επένδυσης σε όφελος των δημόσιων δομών, επανεπενδύοντας στη δημόσια έρευνα και εκπαίδευση. Εκκρεμεί όμως η συστηματική συμμετοχή του δημοσίου στο «μέρισμα της καινοτομίας» και ο εκδημοκρατισμός του σχεδιασμού.


Τα τρία παραπάνω στοιχεία, μείωση του χρόνου εργασίας, επένδυση του ελεύθερου χρόνου στο μορφωτικό-πολιτισμικό κεφάλαιο και η ανάκτηση της δημόσιας επένδυσης συγκλίνουν με την ανάγκη για νομιμοποίηση των επιλογών μέσα από το συμμετοχικό σχεδιασμό. Η βαθύτερη ανισότητα που συντελείται αφορά μάλλον στο πεδίο της γνώσης και της μόρφωσης, ως προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής και δημοκρατίας.