Brexit και διεθνής συγκυρία




του Λευτέρη Στουκογεώργου

Η παγκόσμια οικονομική κρίση που βιώνουμε από το 2008,  καρπός της κυριαρχίας μιας χρηματοοικονομικής ολιγαρχίας με νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, οδήγησε σε αποπληθωρισμό με ύφεση (stagdeflation), αποβιομηχανοποίηση της Δύσης, ανασφάλεια και τεράστια αύξηση της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας στις ανεπτυγμένες χώρες.
O  χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έμεινε από αφήγηση εφόσον τα Ponzi- schemes, κοινώς φούσκες, κάλυψαν κάθε παραγωγικό πυλώνα μέχρι και τις Κεντρικές Τράπεζες. Είμαστε στο τέλος του υφιστάμενου κύκλου της παγκοσμιοποίησης και την απαρχή μιας νέας κατάστασης πραγμάτων.
 Στις ΗΠΑ η επεκτατική νομισματική πολιτική του Ομπάμα και της FED μπορεί να έβγαλε την οικονομία από την κρίση αλλά δεν κατόρθωσε να επαναφέρει ρυθμούς ανάπτυξης προ κρίσης. Από την παγκοσμιοποίηση ωφελήθηκαν οι τεχνολογικοί τομείς αλλά η βιομηχανία και οι τράπεζες έχασαν θέσεις στο παγκόσμιο εμπόριο, το εμπορικό ισοζύγιο χειροτέρευσε ( κατά 48%  σε ονομαστικές αξίες την περίοδο 2009-2015),το δημόσιο έλλειμμα αυξήθηκε (στηρίζοντας τράπεζες  και μεγάλες εταιρίες σε κρίση) και η απώλεια θέσεων εργασίας μεταφράστηκε σε ανεργία και υποαπασχόληση. Μια κατάσταση μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα για την διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας.
Στην Ευρώπη η κρίση αυτή απέδειξε την αποτυχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου αλλά και τις κριτικές αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης. Η Ε.Ε είχε προβλήματα άνισης εξουσίας των χωρών-μελών και ταξικά μεροληπτικές πολιτικές από την θεμελίωση της όμως η συγκυρία της κρίσης την βρίσκει στο χειρότερο σημείο της. Η Γερμανία ηγεμόνευσε μέσω του μερκαντιλισμού (με την βοήθεια του «μαλακού» ευρώ), των πλεονασμάτων και του μισθολογικού dumping, όμως πλέον το μοντέλο της είναι υπό αμφισβήτηση . To Brexit και η εκλογή Τράμπ τείνουν στο να μειώσουν την οικονομική ισχύ της Γερμανίας.  Τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, έναντι των ΗΠΑ και της Βρετανίας, είναι τεράστιας σημασίας για την γερμανική οικονομία.  O δε διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας Mark Carney, γνωρίζοντας τα προβλήματα των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών, δήλωσε ότι οι χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι πλέον αφορούν περισσότερο την Ε.Ε. παρά την Βρετανία.
Στις αμερικάνικες εκλογές Τράμπ και Κλίντον υποστήριξαν την αύξηση της δημόσιας δαπάνης, μέσω τεράστιων επενδύσεων στις υποδομές και μια περιοριστική νομισματική πολιτική .Θέση που υποστηρίχτηκε από την  Janet Yellen της FED αλλά και πολλούς οικονομολόγους όπως ο Larry Summers. Η διαφορά τους αφορούσε τον τρόπο χρηματοδότησης αυτής της πολιτικής. Η Κλίντον προέβλεπε μια αύξηση των δημόσιων εσόδων μέσω φορολογίας αλλά και δημοσιονομική πειθαρχία ενώ ο Τράμπ υποσχέθηκε μείωση φόρων και ειδικά των κερδών των επιχειρήσεων και αύξηση του δημόσιου ελλείμματος.
Mετά την εκλογή του Τράμπ, οι προοπτικές για αύξηση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ, στη μέσο –μακροπρόθεσμη περίοδο, έχουν αυξηθεί λόγω της τάσης επιστροφής των επιτοκίων στην «κανονικότητα»  αλλά κύρια από την πρόθεση του Trump να αυξήσει το δημόσιο deficit/spending κατά 6% ετησίως. Μια τέτοια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα μεταφραζόταν σε αύξηση των πραγματικών μισθών και της κατανάλωσης ενώ ταυτόχρονα μια περιοριστική νομισματική πολιτική (με μαλακό όμως δολάριο) θα ισχυροποιούσε το νόμισμα στο ρόλο του ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Η αδυναμία της εγχώριας βιομηχανίας των ΗΠΑ , ο κίνδυνος να εκτροχιαστεί το εμπορικό ισοζύγιο ,η προσέλκυση κεφαλαίων με στόχο την επανάκτηση της παγκόσμιας οικονομικής ηγεμονίας έφερε στην επιφάνεια τον Προστατευτισμό. Ο Larry Summers  όμως προειδοποιεί για ένα παγκόσμιο «καθοδικό σπιράλ», αν ο Τράμπ ακολουθήσει πολιτική προστατευτισμού με λαϊκίστικα εθνικιστικά χαρακτηριστικά.
Ο πρώτος στόχος των προστατευτικών πολιτικών είναι η Κίνα που κατέχει σχεδόν το μισό εμπορικό έλλειμμα και μεγάλο μέρος του χρέους των ΗΠΑ και είναι ο υποψήφιος ανταγωνιστής των ΗΠΑ στην παγκόσμια ηγεμονία. Η πολιτική προσέγγισης του Τράμπ με τον Πούτιν εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό των ΗΠΑ «απομόνωσης» της Κίνας. Ο γεωστρατηγικός ρόλος της Ρωσίας έχει αναβαθμισθεί γεγονός που φαίνεται και από την αύξηση επιρροής της στην Ευρώπη. Ο δεύτερος στόχος είναι η ΕΕ και ειδικά η Γερμανία. Το εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ με τις ΗΠΑ ξεπέρασε τα 122 δις το 2015 (έναντι 48,5 το 2009) με τα 54 δις να αφορούν την Γερμανία ενώ αντίστοιχα  το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ με την Κίνα έφτασε τα 180 δις. Όπως δείχνει και το Νταβός φαίνεται ότι διαμορφώνονται δύο στρατόπεδα στην παγκόσμια σκηνή. Το αγγλοσαξωνικό υπέρ ενός νεοπροστατευτισμού και το μέτωπο Γερμανίας-Κίνας, οι κυρίαρχοι των εξαγωγών, υπέρ της ως τώρα παγκοσμιοποίησης.
Στις πρώτες συνεντεύξεις του, στη Bild και στην Sunday Times, ο Τράμπ επικεντρώθηκε στα θέματα εξωτερικής πολιτικής δηλώνοντας ότι το

ΝΑΤΟ είναι παρωχημένο, κατηγόρησε την πολιτική Μέρκελ στο προσφυγικό , είπε  για την γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη, ότι πρέπει να βρεθεί λύση με την Ρωσία για την μείωση των πυρηνικών. Είπε επίσης ότι το BREXIT θα είναι πετυχημένο και άλλες χώρες θα ακολουθήσουν την βρετανική επιλογή . Προσφέρει λοιπόν στην Teresa May μια γενναιόδωρη συμφωνία με τις ΗΠΑ, επιβραβεύοντας την για το σκληρό Brexit .
Σε αυτή την συγκυρία και με την στήριξη Τράμπ, η Theresa May επέλεξε την λύση του «σκληρού» Brexit, απόφαση που είχε πάρει από τον Οκτώβριο στο συνέδριο των Συντηρητικών. Στην ομιλία της στις 17/1 τόνισε «καμία συμμετοχή στην ΕΕ. Στόχος είναι να καταστεί η Βρετανία "μαγνήτης για διεθνή ταλέντα" και ένα "μεγάλο, παγκόσμιο εμπορικό έθνος (Global UK)" ». Τα «καλολογικά στοιχεία» προφανώς είναι για εσωτερική κατανάλωση . Όπως δήλωσε και ο Jeremy Corbyn,  μπορεί η May να είναι θιασώτης της Θάτσερ αλλά «σιδηρά κυρία» δεν είναι. Αποφάσισε λοιπόν τη μη διατήρηση των «βασικών αρχών» της EE: την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων,  εργαζομένων, υπηρεσιών, κεφαλαίων και  πληρωμών. Η μεταναστευτική πολιτική της θα είναι αυτόνομη και επιλεκτική και η αποχώρηση από την ΕΕ  θα αφορά συνολικά τις τρείς εξουσίες ( νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική) . Να τονίσουμε ότι η Ντάουνινγκ Στριτ ποτέ δεν  συναίνεσε στο σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και επέλεγε μόνο συνέργιες που ευνοούσαν την ίδια.
 Oι διαπραγματεύσεις για την αποχώρηση θα αρχίσουν μόλις ενεργοποιηθεί το Άρθρο 50  της Λισσαβόνας στις 31/3. Η ολοκλήρωση της συμφωνίας αναμένεται μετά από δύο χρόνια ,η δε εφαρμογή της θα χρειαστεί πολύ περισσότερο χρόνο. Το ζήτημα των δασμών όμως θα είναι το πρώτο που θα επιλυθεί. Πριν όμως η May θα πρέπει να περιμένει την απόφαση του Βρετανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου,  στις 24 Γενάρη, το οποίο θα αποφανθεί για το εάν η ίδια μπορεί νομικά να ξεκινήσει την διαδικασία του Brexit χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου. Η May όμως δήλωσε ότι είναι αποφασισμένη για την αποχώρηση από την ΕΕ ακόμα και με αρνητική ψήφο του κοινοβουλίου.
 Τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της Βρετανίας κρίνονται θετικά αλλά αφορούν την χώρα εντός ΕΕ:
 Η Τράπεζα της Αγγλίας αύξησε τις προβλέψεις για ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας στο 1,4% από 0,8% για το ‘17 και 1.5% για το ’18. Η Τράπεζα άφησε το βασικό επιτόκιο στο 0,25% μετά την μείωση του Αυγούστου. Η Λίρα (GBP) έπεσε δραματικά μετά το δημοψήφισμα αλλά μετά τον Οκτώβρη βρίσκεται σε ανοδική πορεία χωρίς όμως να ανακτήσει τα προ –δημοψηφίσματος επίπεδα. Το ΗΒ είχε πάντα ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο παρόλο που το ισοζύγιο υπηρεσιών ήταν θετικό. Μόνο ο χρηματοπιστωτικός κλάδος του Λονδίνου, συνεισφέρει στην οικονομία περίπου 55 δις. δολάρια ετησίως. Συνεπώς είναι τεράστιο το εμπορικό έλλειμμα των αγαθών. Η Βρετανία καταγράφει  το χαμηλότερο επίπεδο ποσοστού ανεργίας των τελευταίων 11 ετών, στο 4,8%.
Μια νέα ειδική τελωνειακή συμφωνία με την Ε.Ε. φαίνεται είναι ο στόχος της βρετανίδας πρωθυπουργού: Το μοντέλο του Καναδά (CETA) «ειδικής έκδοσης», με περισσότερα προνόμια για την Βρετανία σε θέματα ασφάλειας αλλά και δασμών προκειμένου να ικανοποιήσει τις πολυεθνικές που χρησιμοποιούν το ΗΒ ως βάση για εξαγωγές στην Ευρώπη.
Ένα από τα σημεία «τριβής» με την ΕΕ αφορά το τίμημα της εξόδου αφού η Κομισιόν θα μπορούσε να ζητήσει ως και 60 δισ. ευρώ. Αν το τίμημα είναι μικρό τότε αυξάνει η πιθανότητα εξόδου από την ΕΕ και άλλων χωρών , άρα η σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη. Η May δήλωσε ότι αν η ΕΕ κλείσει την πόρτα στην Βρετανία τότε αυτή μπορεί να μετατραπεί σε παράδεισο off-shore με μεγάλη ζημιά για την Ευρώπη. Μια τέτοια θέση βέβαια δεν είναι ρεαλιστική. Μια τεράστια μείωση των εταιρικών φόρων θα προκαλούσε την σφοδρή αντίδραση της βρετανικής κοινωνίας. Μάλλον είναι δήλωση για ενίσχυση της διαπραγματευτικής της θέσης. Ένα άλλο σημείο δύσκολο για την May θα είναι οι αποφάσεις που θα λάβουν τα εθνικά κοινοβούλια Σκωτίας και Β. Ιρλανδίας.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση έχει ήδη αρχίσει και ο δρόμος θα είναι μακρύς, αλλά θα είναι αποσταθεροποιητικός παράγοντας και για τα δύο αντιμαχόμενα μέρη, Βρετανία και ΕΕ .Οι χώρες –μέλη που ανησυχούν περισσότερο από το σκληρό Brexit είναι  η Γερμανία, η Ολλανδία και δευτερευόντως το Βέλγιο και η Ισπανία. Οι Γάλλοι προσδοκούν σε οικονομικά και στρατηγικά οφέλη, ενώ μικρότερη επίδραση θα έχει σε Ιταλούς και Έλληνες. Από την μερική έξοδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από το Λονδίνο αναμένεται να ενισχυθεί ως χρηματοπιστωτικό κέντρο κύρια η Φραγκφούρτη και δευτερευόντως το Παρίσι .Πέραν της αβεβαιότητας των «αχαρτογράφητων νερών» και την μακροχρόνια διαδικασία ,η αποχώρηση φαίνεται θα ωφελήσει το βρετανικό καπιταλισμό (μετά και τη δήλωση Μay στο Νταβός ότι η Βρετανία είναι ανοιχτή για business) αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ωφελήσει και τους βρετανούς .
Λευτέρης Στουκογεώργος
19 Ιανουαρίου 2017