Προοδευτική στρατηγική για τον αναπτυξιακό μετασχηματισμό και την ενίσχυση της θέσης της χώρας- της Συντακτικής Ομάδας




της Συντακτικής ομάδας

Με την επιτυχή – αλλά όχι ανώδυνη - ολοκλήρωση της αξιολόγησης κλείνει μια πρώτη μεταβατική πολιτική περίοδος που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 15.
Η ελληνική κυβέρνηση της αριστεράς δεν ήταν παρένθεση.
Η χώρα ούτε χρεοκόπησε ούτε υποχρεώθηκε να ξαναμπεί στον φαύλο κύκλο της ύφεσης και της μόνιμης λιτότητας.
Η διαδικασία για την απομείωση του χρέους έχει ανοίξει ώστε να τερματιστεί το καθεστώς της οικονομικής εποπτείας.
Σε αυτούς τους 16 μήνες, υπήρξαν κομβικές στιγμές και κρίσιμες αποφάσεις. Το σημαντικότερο όμως σε αυτή την πυκνή διαδοχή γεγονότων ήταν το συνδετικό νήμα που τα διατρέχει όλα, δηλαδή οι κεντρικές κατευθύνσεις της πολιτικής της κυβέρνησης. Γιατί αυτές δείχνουν τη συνέχεια και θα καθορίσουν την θετική ολοκλήρωση της προσπάθειας.

Η μείωση του χρέους θεμέλιο της οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Η πιο βασική επιδίωξη ήταν από την αρχή και παραμένει η μείωση του δημόσιου χρέους. Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είχε επιλέξει να εγκλωβιστεί στην αδιέξοδη γραμμή της δήθεν βιωσιμότητας του χρέους. Η προοπτική αυτής της προσποίησης, ενώ κανένας διεθνής παράγοντας δεν πίστευε ότι το ελληνικό χρέος ήταν βιώσιμο, ήταν η παράταση των μνημονίων στο διηνεκές και η υποχώρηση του πραγματικού εισοδήματος των Ελλήνων στο επίπεδο των κρατών της Βαλκανικής.
Βάζοντας το θέμα της αναγκαίας μείωσης του χρέους στη διεθνή ατζέντα  (όπως με τις ομιλίες του Πρωθυπουργού στο Ευρωκοινοβούλιο και στον ΟΗΕ) και επιμένοντας σ’ αυτό ακόμη και στις στιγμές της απόπειρας θεσμικού πραξικοπήματος της Συνόδου Κορυφής τον Ιούλιο του 2015, πετύχαμε (ως χώρα και όχι μόνον ως κυβέρνηση) τη δέσμευση να ανοίξει η συζήτηση για την μείωση του χρέους. Δέσμευση που υλοποιείται ήδη.
Η προσπάθεια της νεοφιλελεύθερης ΝΔ και – νέων και παλιών - των συμμάχων της να απαξιώσουν τον εθνικό στόχο της μείωσης του χρέους, η φανερή προθυμία τους ακόμη και να τον εγκαταλείψουν για μικροκομματικούς λόγους, σημαίνει ότι είναι εθνικό συμφέρον να παραμείνουν μακριά από την εξουσία τουλάχιστον για όσα χρόνια κρατήσει αυτή η διαδικασία.

Επιστροφή στην ανάπτυξη.

Για να επιτευχθεί αυτό δεν αρκεί η μείωση του χρέους. Καλώς ή κακώς οι επιτυχίες, όπως η παραπάνω, εύκολα λησμονούνται. Η επάνοδος σε αναπτυξιακούς ρυθμούς είναι η δεύτερη πλευρά του σχεδίου. Και αν σε αυτό συμφωνούν όλοι στα λόγια, υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στην κυβέρνηση και στη νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση για το πώς γίνεται αυτό. Όπως η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου έτσι και η ακόμη πιο νεοφιλελεύθερη ΝΔ του Μητσοτάκη επιμένουν στη αποτυχημένη συνταγή της μεγέθυνσης  χωρίς εσωτερική ζήτηση. Δηλαδή στην υπόθεση ότι είναι δυνατόν να μειώνουμε συνεχώς τα εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας των ελλήνων και όμως να έχουμε ανάπτυξη. Αυτό δεν έχει γίνει πουθενά στον κόσμο, η συνταγή εφαρμόστηκε από το ΔΝΤ σε δεκάδες χώρες με τραγικά αποτελέσματα. Στην Ευρώπη την εφάρμοσε η Θάτσερ διαλύοντας την παραγωγική βάση της Βρετανίας.
Η σκληρή διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές είχε σαν βασικό αντικείμενο τον μετριασμό των υφεσιακών αποτελεσμάτων της τελικής συμφωνίας και την εξασφάλιση τού κατά το δυνατό κοινωνικά δικαιότερου επιμερισμού των βαρών. Και όσο επώδυνοι και να είναι οι συμβιβασμοί που έγιναν,  ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε. Με τη συμβολή της αποπληρωμής υποχρεώσεων του δημοσίου προς την αγορά από χρήματα του ESM και το πλαφόν αποπληρωμών κάτω του 15% του ΑΕΠ για τοκοχρεωλύσια,  όλες οι εκτιμήσεις συμφωνούν ότι θα επιστρέψουμε στην μεγέθυνση ήδη από το τέλος της φετινής χρονιάς. Ενώ πέρυσι το καλοκαίρι η νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση προφήτευε 4 και 5% ύφεση για χρόνια.
Η ανάπτυξη δεν είναι μια πολιτικά και κοινωνικά ουδέτερη έννοια. Η επιστροφή σε θετικό πρόσημο από μόνη της λέει τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή κρύβεται στο ποιους ωφελεί κάθε φορά η ανάπτυξη και ποια χαρακτηριστικά έχει.
Η από δω και πέρα μάχη αφορά ακριβώς αυτό, την κατεύθυνση και το μέρισμα της ανάπτυξης. Η ανάπτυξη περνά μέσα από τη δημιουργία πλούτου, που θα δημιουργήσει τις θέσεις απασχόλησης που χρειάζεται η κοινωνία, αλλά τα οφέλη από την οικονομική ανάπτυξη να διανεμηθούν σε όλους και να μην μαζευτούν στα χέρια λίγων.
Γι αυτό δεν αρκεί απλώς να απορροφήσουμε το ΕΣΠΑ,  να αξιοποιήσουμε το πακέτο Γιουνκέρ, να προσελκύσουμε μεγάλες επενδύσεις στη χώρα, αλλά να το κάνουμε με το καλύτερο δυνατό αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Και με πεντακάθαρη διαχείριση.
Για να είναι το παραγωγικό μοντέλο που θα ακολουθήσουμε μακροπρόθεσμα βιώσιμο, πρέπει να επενδύσουμε σε ένα νέο μοντέλο δημιουργίας αξίας. Αυτό δεν αφορά απλώς σε κλαδική αναδιάρθρωση ή εκσυγχρονισμό (και βέβαια δεν αφορά στη νεοφιλελεύθερη σύγχυση της αναδιάρθρωσης με την λεηλασία δια της ιδιωτικοποίησης). Σημαίνει την ανάδειξη και στήριξη δυναμικών υποκειμένων που ενστερνίζοται τόσο τους αναπτυξιακούς όσο και τους κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους:.Αξιοποίηση και όχι λεηλασία της εργασίας και του περιβάλλοντος, μείωση της ανισότητας, ενίσχυση του δημοκρατικού κοινωνικού ελέγχου. Αλλιώς δεν θα μπορέσουμε παράλληλα με την κατανάλωση να ενισχυθούν και οι εξαγωγές,. Οι νέες επιχειρήσεις και επενδύσεις να ενσωματώνουν την τεχνολογία και την καινοτομία, μέσα από την αξιοποίηση του νέου ανθρώπινου δυναμικού. Γιατι με το παλιό παραγωγικό μοντέλο χρεωκόπησαν και τα πολιτικά, κοινωνικά και παραγωγικά υποκείμενα που ηγεμόνευσαν σε αυτό. Η πιθανή ηγεμονική επιβίωσή τους δεν μπορεί να συμβαδίσει με ένα νέο κοινωνικά δίκαιο και περιβαλλοντικό μοντέλo.  Κάθε πολιτική και κοινωνική συμμαχία θα πρέπει να γίνει με τους νέους όρους, και με στρατηγική ενίσχυσης του νέου (σε μορφή και υποκείμενο).

Περιορισμός της διαφθοράς και της διαπλοκής.

Η δέσμευση της κυβέρνησης για διαφάνεια και τήρηση των κανόνων δικαίου έχει και ένα κρίσιμο οικονομικό περιεχόμενο. Η διαφθορά και η διαπλοκή κοστίζουν ακριβά. Τις προηγούμενες δεκαετίες οδήγησαν σε υπερκοστολογήσεις  των προμηθειών του δημόσιου τομέα, σε σπάταλη διαχείριση, σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά και – το κυριότερο – σε υπονόμευση της δημοκρατίας.
Από τα «θαλασσοδάνεια» των προβληματικών επιχειρήσεων τις δεκαετίες του 70 και του 80 μέχρι τα εξοπλιστικά προγράμματα και το πάρτι του καρτέλ των εργολάβων στα ΕΣΠΑ, οι πολίτες αυτής της χώρας δικαιούνται να πουν «Δεν τα φάγαμε μαζί».
Αν δεν σπάσει αυτή η διαμορφωμένη κατάσταση, που έχει πάρει συστημικά χαρακτηριστικά στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο, θα πάνε οι θυσίες του ελληνικού λαού χαμένες. Θα επιστρέψουμε στην ανάπτυξη αλλά τα οφέλη πάλι θα καταλήξουν στις τσέπες των επιτήδειων.
Στο θέμα αυτό η κυβέρνηση της αριστεράς δεν αντιμετώπισε ανοιχτή σύγκρουση από το εξωτερικό. Παρά την εμπλοκή μεγάλων πολυεθνικών σε σκάνδαλα - πχ Ζήμενς-  η αντιμετώπιση της διαφθοράς (όπως και της φοροδιαφυγής) θεωρείται αυτονόητο μέρος του Ευρωπαϊκού κεκτημένου (και όχι μόνο).
Στο εσωτερικό της χώρας, για λόγους που μπορούμε να υποθέσουμε, η σκληρότερη επίθεση προς την κυβέρνηση αυτούς τους 16 μήνες ασκήθηκε από όσους υπερασπίζονται την διαπλοκή και τη διαφθορά. Υπήρξαν στιγμές που δεν ήταν κατανοητό αν στηρίζουν τη διαπλοκή για να ρίξουν την κυβέρνηση ή αν θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση για να στηρίξουν τη διαπλοκή. Δηλαδή τελικά ποιο ήταν το κέντρο εξουσίας, τα κόμματα ΝΔ ΠΑΣΟΚ που κυβέρνησαν επί 40 χρόνια ή τα ΜΜΕ και οι εργολάβοι.
Το σενάριο της αποτυχίας της διαπραγμάτευσης και της αριστερής παρένθεσης ήταν το βασικό χαρτί όσων κυβερνούσαν από τα παρασκήνια τόσα χρόνια.

Προστασία του εισοδήματος  για το 80% των νοικοκυριών.

Τα χρόνια της κρίσης όξυναν τις κοινωνικές ανισότητες και αύξησαν τις αδικίες. Φτάσαμε η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, πάνω από το 80%, να διαθέτει χαμηλά εισοδήματα. Δεν είναι όλοι στην ίδια κατάσταση, υπάρχουν οι τελείως άποροι και υπάρχουν τα νοικοκυριά που εξακολουθούν τα βγάζουν πέρα με μια οριακή αξιοπρέπεια. Είναι όμως πολύ φανερή η διαφορά ποιότητας ζωής ανάμεσα σε αυτή την συντριπτική πλειονότητα και στο 20% με ψηλότερα εισοδήματα.
Το κοινωνικά εξοργιστικό με τις πολιτικές λιτότητας και ύφεσης των προηγούμενων κυβερνήσεων ήταν ότι έριχναν τα βάρη των περικοπών και των φόρων κυρίως σε αυτό το εισοδηματικά χαμηλότερο 80%. Προστατεύοντας προνομιακά το ανώτερο 20% και ιδίως το ανώτατο 2%.
Αντίθετα, η κυβέρνηση της αριστεράς δεν επιδιώκει να αδικήσει κανέναν, ούτε καν το ανώτατο 2% των πολύ εύπορων. Γιατί ούτε έχει κάτι τέτοιο στο πρόγραμμα της ούτε θα βοηθούσε αυτό την οικονομία και την προσέλκυση επενδύσεων.
Μείζον στόχος της πολύμηνης κυβερνητικής διαπραγμάτευσης, που μάλιστα σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και από το ΔΝΤ και από την νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση, ήταν να πάψει να πληρώνει όλα τα βάρη αυτό το χαμηλότερο 80%. Δηλαδή όχι μόνο να μετριαστούν οι υφεσιακές συνέπειες των μέτρων, αλλά ταυτόχρονα να μοιραστούν δικαιότερα οι επιβαρύνσεις.
Παράλληλα από την πρώτη στιγμή ξεκίνησαν να υλοποιούνται οι δράσεις προστασίας όσων βρίσκονται σε απόλυτη ανάγκη (πολιτικές για την ανθρωπιστική κρίση, κάλυψη των ανασφάλιστων κλπ).
Από την άλλη πλευρά, θυμόμαστε για παράδειγμα την συντονισμένη επίθεση ΔΝΤ, ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - Ποταμιού και Σ. Ε.Β. για να μειωθεί το αφορολόγητο μισθωτών και συνταξιούχων στο μισό. Για να πληρώνει φόρο και αυτός που παίρνει 500 Ευρώ.
Ακριβώς επειδή  το θέμα αυτό της πολύχρονης αδικίας προς το 80% του ελληνικού λαού «πονάει» πολιτικά την νεοφιλελεύθερη αντιπολίτευση, γίνεται και η μεγαλύτερη εκστρατεία παραπληροφόρησης από τα συστημικά ΜΜΕ. Κάθε ελάφρυνση αποσιωπάται, κάθε επιβάρυνση πολλαπλασιάζεται. Η καλλιέργεια της σύγχυσης αυτής δεν έχει σκοπό μόνο την φθορά του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και κάτι πιο στρατηγικό. Να μη συνειδητοποιήσει το 80% των πολιτών ότι επιτέλους προστατεύονται τα δίκαια του, έστω και μέσα στο δύσκολο πλαίσιο της οικονομικής εποπτείας στη χώρα. Όμως «δεν είναι όλοι ίδιοι».
Η επερχόμενη επιστροφή στην ανάπτυξη πρέπει να ωφελήσει όλους τους Έλληνες. Ο μεγαλύτερος στόχος της υπόλοιπης κυβερνητικής θητείας είναι με την  ανάπτυξη να μειωθούν οι άνεργοι, να αυξηθεί ο κατώτατος μισθός, να στηριχτούν οι συντάξεις. Να πετύχουμε την βιώσιμη ανάπτυξη με κοινωνική δικαιοσύνη για όλους.

Ο κατά Γκράμσι πόλεμος θέσεων.

Οι επιμέρους προοδευτικές αλλαγές στο κράτος και στους θεσμούς, η υπεράσπιση του κρατικού ελέγχου στρατηγικής σημασίας τομέων, ο εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης και το σπάσιμο των μηχανισμών ελέγχου της από τη διαπλοκή και το παλιό κομματικό σύστημα, δεν αποτελούν μεμονωμένες σε κάθε περίπτωση ενέργειες. Εντάσσονται σε αυτό που ο Γκράμσι αποκαλούσε «πόλεμο θέσεων», τον συνεχή αγώνα για τον προοδευτικό μετασχηματισμό των θεσμών ή την υπεράσπιση των μέχρι σήμερα κατακτήσεων που οφείλονται σε προηγούμενες περιόδου ανόδου του προοδευτικού και δημοκρατικού κινήματος. Πολλές φορές – και σωστά- έχει τονιστεί  στον πολιτικό λόγο της αριστεράς η διαφορά ανάμεσα στην ανάληψη της διακυβέρνησης και την άσκηση της εξουσίας. Οι κρατικοί θεσμοί στο παρελθόν δεν αποτελούσαν μόνον λάφυρο για όποιο από τα κόμματα του παλιού δικομματισμού κέρδιζε την διακυβέρνηση αλλά και τον μηχανισμό για την διαιώνιση του πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας τους στην κοινωνία. Στόχος δεν είναι μια υποτιθέμενη «ουδετεροποίηση» τους, το κράτος δεν μπορεί να είναι ουδέτερο στην πολιτική και κοινωνική σύγκρουση, ούτε όμως ο κομματικός έλεγχος τους γιατί αυτό θα οδηγούσε σε ξένες προς εμάς λογικές γραφειοκρατικοποίησης και απορρόφησης μας από το κράτος.
Στόχος είναι η αντανάκλαση του προοδευτικού συσχετισμού δυνάμεων στην κοινωνία σε θεσμικές παρεμβάσεις διεκδίκησης, διεύρυνσης ή υπεράσπισης της δημοκρατίας και του συλλογικού συμφέροντος. Ως παραδείγματα τέτοιων δράσεων της κυβέρνησης μας αναφέρουμε την υπεράσπιση του κρατικού ελέγχου στον ΑΔΜΗΕ, την καθιέρωση θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των ΜΜΕ με όρους διαφάνειας, το άνοιγμα του διαλόγου για αλλαγές στην Παιδεία, νομοθετικές ρυθμίσεις για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα κλπ.

Ποια προοδευτική πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία για το μέλλον μας.

Οι εθνικοί, αναπτυξιακοί και κοινωνικοί στόχοι της υπόλοιπης κυβερνητικής θητείας θα επιτευχθούν τόσο περισσότερο όσο ισχυρότερη είναι η στήριξη και η λαϊκή συμμετοχή. Με κορμό την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να οικοδομηθεί μια μακρόπνοη πολιτική και κοινωνική προοδευτική πλειοψηφία, όπου οι ιδέες και η πράξη της αριστεράς δείχνουν τον δρόμο και εκφράζουν το κοινό συμφέρον.
Σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, την φυσιογνωμία της ανάπτυξης, την κοινωνική δικαιοσύνη, την αντιμετώπιση της διαφθοράς και διαπλοκής, την ολοκλήρωση της πορείας εξόδου από τον οικονομικό έλεγχο των δανειστών, την διεύρυνση της δημοκρατίας, την προοπτική της Ευρώπης, οι ιδέες της Αριστεράς και της Δεξιάς θα αναμετρηθούν σκληρά. Όπως σε όλη την Ευρώπη έτσι και στην Ελλάδα, η επιλογή είναι ανάμεσα στον επιθετικό νεοφιλελευθερισμό με ακροδεξιές εκφάνσεις και στις ιδέες της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της ανάπτυξης, της κοινωνικής αλληλεγγύης. Και η επιλογή αναγκαστικά θα είναι ξεκάθαρη, χωρίς πραγματικό πολιτικό χώρο για ενδιάμεσες και μεσοβέζικες τοποθετήσεις.
Ο αναγκαίος πλειοψηφικός χαρακτήρας του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει την μετατόπιση του χώρου προς το νεοφιλελεύθερο «κέντρο». Μια τέτοια μετατόπιση ως γνωστό επιθυμεί και προπαγανδίζει η διαπλοκή από την πρώτη στιγμή της κυβέρνησης της αριστεράς. Όχι βέβαια για να βοηθήσει την αριστερά αλλά για να την παγιδεύσει.
Η μόνη ελπίδα της νεοφιλελεύθερης ΝΔ και των συμμάχων που φανερά έχει στα διάφορα «κεντρώα» σχήματα θα ήταν να γίνουν δυσδιάκριτες οι διαφορές ανάμεσα στη δική τους νεοφιλελεύθερη πολιτική και στην πολιτική της Αριστεράς και του προοδευτικού στρατοπέδου. Να μπορέσουν δηλαδή να στηρίξουν κάπου το επιχείρημα τους ότι «όλοι είναι ίδιοι». Οπότε η πολιτική σύγκρουση να κριθεί στο γήπεδο των πελατειακών εξυπηρετήσεων και του ελέγχου των μηχανισμών, δηλαδή στο δικό τους γήπεδο.
Η διχοτομία Αριστεράς – Δεξιάς έχει ρίζες αιώνων στην Ευρώπη. Κατάγεται από τις εξεγέρσεις των χωρικών ενάντια στις απόλυτες μοναρχίες τον 14ο και 15ο αιώνα. Από τα έδρανα της επαναστατικής γαλλικής Εθνοσυνέλευσης. Από τις εξεγέρσεις του 1848-49. Στην Ελλάδα οι σπόροι της εμφανίζονται από τις πρώτες στιγμές του αγώνα του 21, με την αντίθεση στους κοτζαμπάσηδες.
Εξ ορισμού η Αριστερά επιδιώκει να εκφράζει την λαϊκή πλειοψηφία. Το κοινωνικό – ταξικό σχέδιο της όμως δεν είναι αναλλοίωτο, αντίθετα παρακολουθεί την διαμόρφωση των παραγωγικών σχέσεων και των κοινωνικών συσχετισμών. Δίπλα στην παραδοσιακή εργατική τάξη όπως περιγράφηκε από τους θεωρητικούς πριν έναν και ενάμιση αιώνα έχουν αναδειχθεί νέα κοινωνικά υποκείμενα. Κάθε συγκυρία χαρακτηρίζεται από τη δική της κυρίαρχη αντίθεση, που δεν ταυτίζεται πάντα με την βασική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας.
Στο περιβάλλον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ο ένας πόλος της κυρίαρχης αντίθεσης συγκροτείται γύρω από την ελίτ του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτή επιδιώκει να επιβάλει τη μορφή που την εξυπηρετεί στις  διακρατικές ολοκληρώσεις, στο μοντέλο ανάπτυξης, στις εργασιακές σχέσεις, στο πολιτικό σύστημα. Ο νεοφιλελευθερισμός είτε στην πιο σκληρή είτε στην ηπιότερη εκδοχή του αποτελεί παγκόσμια επιλογή της χρηματοπιστωτικής ελίτ από τις αρχές της δεκαετίας του 80. Από τη στιγμή δηλαδή που ο μεταπολεμικός κεϋνσιανισμός έπαψε να εγγυάται την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος και της κερδοφορίας.
Με το νεοφιλευθερισμό, η ραγδαία επέκταση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού συντελέστηκε μέσω των νεοφιλελεύθερων εργαλείων όπως η μείωση της άμεσης φορολογίας για τα υψηλά εισοδήματα, της συρρίκνωσης του δημοσίου, της άρσης του δημόσιου ελέγχου της κίνησης κεφαλαίω,ν της κατάργησης του διαχωρισμού επενδυτικών και εμπορικών τραπεζών . Το αποτέλεσμα ήταν η ανεξέλεγκτη γεωμετρική αύξηση του άυλου –πλασματικού χρήματος μέσω της κερδοσκοπίας στα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Το χαρακτηριστικό αυτού του συστήματος είναι ότι δεν δημιουργεί αξίες μέσα από την πραγματική οικονομία αλλά αξίες που είναι μόνο προϊόντα κερδοσκοπίας. . Είναι η πλήρη φετιχοποίηση του χρήματος.. H ανακύκλωση των κερδών, γίνεται μέσω της αγοράς παραγώγων και των φορολογικών παραδείσων. Η γεωμετρικά διευρυνόμενη αναπαραγωγή του οδήγησε στη δημιουργία των λεγόμενων φουσκών (Ponzi schemes). Αυτή η τεράστια ροή χρήματος (μεγαλύτερη του παγκόσμιου ΑΕΠ) αφορά μόνο μια ελίτ τραπεζιτών, μεγαλοεπενδυτών και μεγαλομετόχων και δεν συμμετέχει αφενός στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας και αφετέρου στα έσοδα του κράτους . Με αυτή την έννοια πρόκειται για μία υπερεθνική ελίτ με άυλα όπλα και η αντιμετώπιση της προϋποθέτει κοινή δράση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων στην Ευρώπη και γενικότερα. Στη δεδομένη συγκυρία το χρηματοπιστωτικό σύστημα δείχνει να βρίσκεται σε έλλειψη προσανατολισμού όπως δείχνουν οι μειωμένες αποδόσεις στα κέρδη των funds και η μη ύπαρξη νέων πυλώνων για κερδοσκοπία .Ο κύκλος της κρίσης υπερσυσσώρευσης δεν έχει κλείσει ακόμα.
Η Ελλάδα όπως και όλος ο Ευρωπαϊκός Νότος χτυπήθηκε πολλαπλά από τη συγκεκριμένη μορφή που πήρε η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Σήμερα αυτός ο ίδιος νεοφιλελευθερισμός δεν λειτουργεί πια ούτε για τον πλουσιότερο Ευρωπαϊκό Βορρά. Οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι από τα οφέλη της όποιας ανάπτυξης αυξάνονται παντού. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο για την Ευρώπη δεν αντέχει πια τον ανταγωνισμό με τις πρώην οικονομίες χαμηλού κόστους και όλο και περισσότερο έντασης γνώσης της Ασίας. Με την δογματική επιμονή του στην λιτότητα μπαίνει εμπόδιο στην απαραίτητη αλλαγή του αναπτυξιακού υποδείγματος. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί την Ευρώπη στο μαρασμό και την περιθωριοποίηση. Γι αυτό τα κόμματα της κεντροδεξιάς που τον χρεώθηκαν αμφισβητούνται πια όχι μόνον από την Αριστερά αλλά και από τη λαϊκιστική ρατσιστική ακροδεξιά (που αποτελεί το Δούρειο ίππο για τη συνέχιση της ίδιας άγριας πολιτικής).
Η Αριστερά λοιπόν οφείλει να διεκδικήσει την ηγεμονία στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με μια πλειοψηφική πολιτική και οικονομική πρόταση που δεν συμβιβάζεται με τα νεοφιλελεύθερα αδιέξοδα και με την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα πάνω στην οικονομία και την κοινωνία. Μια πρόταση που θα τραβήξει και την σοσιαλδημοκρατία προς τα αριστερά, που θα εκφράσει κοινωνικά τα 4/5 των πολιτών που όχι μόνον δεν ωφελήθηκαν από την χρηματοπιστωτική φούσκα στο παρελθόν αλλά σήμερα φορτώνονται το κόστος της κρίσης του συστήματος.
Οι βασικοί άξονες ενός προοδευτικού και αριστερού πολιτικού σχεδίου για την Ελλάδα ενώ υλοποιείται η πορεία αποδέσμευσης από την εξωτερική εποπτεία είναι:
 Η ανάπτυξη με μετασχηματισμό του υποδείγματος παραγωγής και αναδιανομής καθώς και τον μετασχηματισμό του μοντέλου της πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης το οποίο χρεοκόπησε στα τέλη της δεκαετίας του .
Η βελτίωση της θέσης της χώρας και όλης της ευρωπαϊκής περιφέρειας μέσα στην ΕΕ και την Ευρωζώνη μέσω νέων Ευρωπαϊκών πολιτικών συμμαχιών για την επίτευξη των απαραίτητων αλλαγών στην θεσμική αρχιτεκτονική και στον προσανατολισμό της Ευρώπης, μιας νέας Ευρώπης.
Ένα πολιτικό σχέδιο πάνω σε αυτούς τους δυο άξονες έχει για τη σύγχρονη Ελλάδα  κοινωνική και εθνική σημασία, αντίστοιχη με την ανασυγκρότηση της χώρας μετά το 1922. Εξ αυτού προκύπτει και ο δυναμικά πλειοψηφικός χαρακτήρας του και η δομική αντίθεση του με την νεοφιλελεύθερη πολιτική διαιώνισης της εθνικής και κοινωνικής κρίσης. Μετά το ‘22 η ανασυγκρότηση ήταν ιστορικό καθήκον του πολιτικά φιλελεύθερου κέντρου. Σήμερα ο κοινωνικός και αναπτυξιακός μετασχηματισμός προς ένα βιώσιμο μέλλον αποτελεί καθήκον της ευρείας Αριστεράς. Τίποτε λιγότερο δεν αρκεί.
                                                                 13-6-2016
Γιώργος Βεργόπουλος
Σταμάτης Θεοδωρόπουλος
Γιώργος Σταμπουλής
Λευτέρης Στουκογιώργος
Νανή Πολίτου