Ο ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΓΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΛΛΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΑΣ ΕΠΙΛΟΓΗ - Γ.ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΣ Λ.ΣΤΟΥΚΟΓΕΩΡΓΟΣ



Ο ευρωπαϊκός ή μη προσανατολισμός της στρατηγικής της ελληνικής αριστεράς αποτέλεσε την πιο βασική διάκριση στο εσωτερικό της από την νομιμοποίηση της το 1974.
Για τη μια πλευρά, το ΚΚΕ, η πλήρως αρνητική στάση προς τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης λειτουργούσε ως παράγοντας απλούστευσης και εκλαϊκευσης της πολιτικής γραμμής του κόμματος. Από το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» της μεταπολίτευσης στην «Αποδέσμευση από την ΕΕ» το 2015, η γραμμή δεν άλλαξε στο ελάχιστο.

Για την άλλη πλευρά, την ανανεωτική αριστερά του ‘70 και του ‘80, τον Συνασπισμό στη συνέχεια, τον Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς σήμερα , ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός αποτελεί μια σταθερή κατεύθυνση και ταυτόχρονα μια πηγή συνεχούς διαλόγου και προβληματισμού.

Γιατί το οικοδόμημα της ενωμένης Ευρώπης αλλάζει όλα αυτά τα χρόνια, εισάγονται νέοι θεσμοί και Συνθήκες, αντανακλώνται στην πορεία της ΕΕ οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί που διαμορφώνονται σε κάθε κράτος και στην Ευρώπη συνολικά.

Η διαχρονική απάντηση της «δικής μας» αριστεράς είναι ότι η ΕΕ και οι θεσμοί της αποτελούν ένα ακόμη πεδίο ταξικής πάλης. Απάντηση που δε αποτελεί και δεν αποτέλεσε ποτέ υπεκφυγή αλλά αντίθετα που εκφράζει μια βασική αντίληψη της σύγχρονης αριστεράς, σε αρμονική σύνδεση με την άλλη διαχρονική θέση για «αγώνα μέσα κι έξω από τους θεσμούς».

Η θεώρηση των ευρωπαϊκών θεσμών ως πεδίο πάλης και διεκδίκησης δεν σημαίνει την αυταπάτη της δήθεν ουδετερότητας τους. Αντίθετα, η «δική μας» αριστερά άσκησε συγκεκριμένη κριτική στον τρόπο που οικοδομήθηκαν οι θεσμοί αυτοί και επισήμανε άμεσα την ηγεμονία σ’ αυτούς των συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων απόψεων, τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 80 και μετά.
Ενώ το ΚΚΕ περιοριζόταν στην γενική καταγγελία της ΕΟΚ και μετέπειτα της ΕΕ των μονοπωλίων, η ανανεωτική αριστερά  και στη συνέχεια η ριζοσπαστική αριστερά κατέθεσε την κριτική της και την διαφωνία της μια μια με όλες τις Συνθήκες που δημιουργούσαν ένα περιοριστικό και αυταρχικό πλαίσιο για την άσκηση εθνικών πολιτικών και επίσης πολιτικών ανάπτυξης, τόνωσης της απασχόλησης  και αναδιανομής του εισοδήματος.

Το έκανε αυτό η «δική μας» αριστερά στην Ελλάδα σε συνεργασία και διάλογο με τις δυνάμεις της υπόλοιπης ευρωπαϊκής αριστεράς. Παραμένοντας πάντα στη λογική της «Ευρώπης των λαών», της «άλλης Ευρώπης» που θα επιτευχθεί μέσα στην ΕΕ, με αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, με τομές, ρήξεις και συγκρούσεις.

Η άποψη της αποχώρησης από την ΕΕ δεν ρίζωσε ποτέ στη «δική μας» αριστερά. Γιατί όσο κι αν καταγράφονταν αρνητικοί συσχετισμοί δυνάμεων στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τόσο περισσότερο δυσμενής διαμορφωνόταν η εικόνα εκτός αυτού του πλαισίου. Η διάλυση της ΕΣΣΔ και η μετατροπή της Κίνας σε παράδεισο του άγριου καπιταλισμού, η γεωπολιτική αστάθεια στην Ανατολική Ευρώπη, η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στον αναπτυσσόμενο κόσμο, επιβεβαιώνουν την Ευρώπη σαν την μόνη περιοχή του κόσμου όπου ακόμη διατηρούνται μηχανισμοί του κοινωνικού κράτους και εκφράζονται στον δημόσιο διάλογο ως αξίες η κοινωνική συνοχή, η αλληλεγγύη, τα εργασιακά δικαιώματα.

Η Ευρωζώνη αποτελεί τον πυρήνα της ΕΕ και την οικονομική και πολιτική της κατεύθυνση. Τα κράτη της δυτικής Ευρώπης που έχουν επιλέξει να μην είναι μέλη της Ευρωζώνης είναι η Βρετανία με την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ και τα πλούσια Σκανδιναβικά που θεώρησαν ότι με την είσοδο στην Ευρωζώνη θα φορτωθούν τα προβλήματα του φτωχότερου ευρωπαϊκού Νότου. Για ένα κράτος που δεν ανήκει σ’ αυτή την κλειστή λέσχη του «πλουσιότερου από την υπόλοιπη Ευρώπη Βορρά», η επιλογή παραμονής στην ΕΕ αλλά μη συμμετοχής στην Ευρωζώνη στερείται νοήματος και προοπτικής. Είναι μια επιλογή συνδικαλιστική, τακτικής και όχι στρατηγικής.

Η αριστερά είχε έγκαιρα ασκήσει κριτική στην συντηρητική ηγεμονία στην διαμόρφωση της ΟΝΕ.

Η κριτική της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς στις συμφωνίες και Συνθήκες που διαμόρφωσαν την αρχιτεκτονική της σημερινής ΕΕ και της Ευρωζώνης ξεκινά από την εποχή του Μάαστριχτ, το 1992 και της Συνθήκης του Άμστερνταμ 1997. Η Επιτροπή ενάντια στη συνθήκη του Μάαστριχτ, στελεχωμένη από ανθρώπους της τότε ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς που κάποιοι από αυτούς είναι και σήμερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, είχε αναδείξει τα βασικά προβλήματα που προκαλούσε ο νεοφιλελεύθερος προσανατολισμός των Συνθηκών. Την προτεραιότητα στην δημοσιονομική σταθερότητα έναντι της ανάπτυξης, την έλλειψη κριτηρίων για την ανεργία και την κοινωνική συνοχή.
Μέσα στον Συνασπισμό της δεκαετίας του 90 ο διάλογος για τα προβλήματα αυτά ήταν έντονος. Το τότε αριστερό ρεύμα, που αναδείχθηκε μετά το 2000 σε κυρίαρχη άποψη μέσα στο κόμμα και πρωταγωνίστησε στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ, έβαλε έντονα στα όργανα και στις θέσεις του κόμματος την κριτική στο ασφυκτικό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που διαμορφωνόταν για το μελλοντικό Ευρώ.
Ενώ προστέθηκαν στην πορεία και οι ορθές επισημάνσεις για το δημοκρατικό έλλειμμα στην ΕΕ, για την υποβάθμιση του ρόλου του Ευρωκοινοβουλίου και την λειτουργία ενός άτυπου Διευθυντηρίου. Για την δικαιολογημένη αίσθηση των ευρωπαίων πολιτών ότι δεν έχουν φωνή και ότι συχνά δεν κατανοούν καν την περίπλοκη και αποσπασμένη από την κοινωνία των πολιτών διαδικασία λήψης των αποφάσεων στα όργανα της ΕΕ.
Ποτέ όμως δεν τέθηκε,  με συλλογικό τρόπο τουλάχιστον, το ζήτημα της μη συμμετοχής της χώρας. Ο προσανατολισμός ήταν σταθερά η αλλαγή των συσχετισμών στην ΕΕ και μέσα από αυτόν η αλλαγή των Συνθηκών.
Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο θέσεων της αριστεράς του Συνασπισμού, όπως κατατέθηκε στην συνεδρίαση της  Κ.Ε. στις 14-15 Μαρτίου 1998, που είχε θέμα την Συνθήκη του Άμστερνταμ. Ήταν η πιο κομβική εποχή για την διαμόρφωση της αρχιτεκτονικής του Ευρώ, της ΟΝΕ με την ορολογία της εποχής. Το κείμενο, που παρουσίασε στην Κ.Ε. ο Παναγιώτης Λαφαζάνης,  αφού ασκεί συγκεκριμένη και αυστηρή κριτική στη Συνθήκη, καταλήγει:
«Το νέο Ευρωπαϊκό όραμα.
Σήμερα είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε η αναζήτηση ενός νέου θεσμικού και οικονομικού σχεδιασμού για την είσοδο της Ενωσης στον 21ο αιώνα. Ενός σχεδιασμού που θα έχει οικουμενική οπτική και που θα συμπληρώνει την εξέλιξη της ΟΝΕ με πολιτικές θεσμικής αναβάθμισης, κοινωνικής συνοχής, συνεχούς διεύρυνσης για μια ενιαία συμμετοχή στην κοινωνική και οικολογική Ευρώπη σε συνθήκες ασφάλειας, ειρήνης, δημοκρατίας και πολυπολιτισμικής ανάπτυξης, με ισότητα αντιπροσώπευσης για όλα τα κράτη μέλη και ισότητα ευκαιριών και δικαιωμάτων για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.
Το ευρωπαϊκό όραμα για να διατηρηθεί και να επιτευχθεί πρέπει να είναι επωφελές και αποδεκτό στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Απαιτούνται πολιτικές διεργασίες και κοινωνικοί αγώνες σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για τον επανακαθορισμό των βασικών οικονομικών στόχων, για την αναβάθμιση και προσαρμογή των θεσμικών μέσων και εργαλείων, για την επίτευξη των κοινωνικά αποδεκτών επιλογών, για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών και την ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων ανταγωνιστικών προς τις νέες συντηρητικές επιλογές. ( ….)
Η διαρκής εφαρμογή των κριτηρίων σταθερότητας και μετά την καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος για τις εντός και εκτός ζώνης του Ευρώ χώρες, καθώς και ο χρόνος έναρξης της τρίτης φάσης της ΟΝΕ την 1.1.99 δεν πρέπει να παραβλέψουν και να υπονομεύσουν συγκεκριμένες προτάσεις και αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την απασχόληση, ούτε να συρρικνώσουν το κοινωνικό πρόσωπο της Ευρώπης.
Απαιτείται γι’ αυτό μια ριζικά διαφορετική αναπτυξιακή πρόταση για την Ε και την Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει ότι το βάρος των πολιτικών πρέπει να στραφεί στην πραγματική σύγκλιση, την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική αναβάθμιση της Ένωσης.
Απαιτείται για όλα αυτά η διαμόρφωση και προβολή της ιδέας για μια νέα Ευρωπαϊκή Συνθήκη, για ένα νέο εναλλακτικό όραμα στην Ευρώπη.»
Η κριτική στάση που ιστορικά έχει κρατήσει ο πολιτικός μας χώρος απέναντι στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης δικαιώθηκε πανηγυρικά. Δυστυχώς δικαιώθηκε , γιατί τα στρατηγικά σφάλματα και οι συντηρητικοί πολιτικοί συσχετισμοί  στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης αντανακλάστηκαν στην διαχείριση της ελληνικής κρίσης από την ΕΕ,  στις αδιέξοδες πολιτικές που επιβλήθηκαν στη χώρα από το 2010 και μετά, στη στάση των εταίρων κατά την πολύμηνη διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η δικαίωση αυτή έχει μεγάλη πολιτική επικαιρότητα. Τα κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (και το συμπληρωματικό τους Ποτάμι) που ποτέ δεν συζήτησαν καν για τα προβλήματα στην αρχιτεκτονική του Ευρώ, παραμένουν και σήμερα  απολύτως ακατάλληλα για την διακυβέρνηση της χώρας. Γιατί χωρίς την πολιτική βούληση να τεθούν στην ατζέντα της ΕΕ τα προβλήματα και να διεκδικήσουμε τη στοιχειώδη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, η απολογητική στάση προς τους δανειστές και η πλήρης αποδοχή των ακόμη και παράλογων αιτημάτων τους γίνεται αναπόφευκτη.
Η σκληρή διαπραγμάτευση της ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους και πιστωτές ανέδειξε αυτά τα προβλήματα της Ευρωζώνης. Τα ανέδειξε περισσότερο de facto παρά de jure, λόγω της ανοιχτής πληγής που κληροδότησε στη χώρα η κυβέρνηση Σαμαρά με την ημιτελή 5η αξιολόγηση.
Η συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους από τον Οκτώβρη και η θεματολογία που ανοίγουν Γαλλία και Ιταλία μετά την ελληνική διαπραγμάτευση φέρνουν αντικειμενικά στο επίκεντρο του διαλόγου την αναγκαία μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης. Η συμμαχία Γαλλίας-Ιταλίας έχει στόχο την κοινή αντιμετώπιση της γερμανικής ηγεμονίας και την αλλαγή των παραμέτρων στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Κοινό στις δύο χώρες είναι τα υψηλά δημόσια χρέη, η ανύπαρκτη δυνατότητα να ανταγωνισθούν τη Γερμανία και η ισχνή ανάπτυξη που προκαλεί προβληματισμό για το οικονομικό μέλλον τους.


Τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης και η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού.

Το σημείο εκκίνησης για αυτό τον στρατηγικό διάλογο είναι τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομικής περιοχής που αποτελεί σήμερα την Ευρωζώνη. Αξιοποιώντας ένα σχετικά σύγχρονο θεωρητικό εργαλείο, την Θεωρία των Άριστων Νομισματικών Περιοχών, βλέπουμε ότι η περιοχή της Ευρωζώνης καταρχήν δεν αποτελεί μια τέτοια ΑΝΠ. Η κινητικότητα της εργασίας μεταξύ κρατών είναι πολύ μικρότερη από το προβλεπόμενο στη θεωρία, οι εμπορικές ανταλλαγές στο εσωτερικό της Περιοχής είναι κι αυτές μικρότερες, η σύγκλιση οικονομιών και τιμών των εμπορευμάτων ανεπαρκής. Σαν συνέπεια, αυξάνονται οι κίνδυνοι απώλειας οικονομικής σταθερότητας για τα κράτη – μέλη που εμφανίζουν την μεγαλύτερη απόκλιση των οικονομιών τους, δεδομένου του ότι δεν υφίσταται πια το εργαλείο της κρατικής νομισματικής πολιτικής.
Η πολιτική σε τελευταία ανάλυση επιλογή να προχωρήσει η δημιουργία του Ευρώ το 2001 θα είχε σαν λογική προϋπόθεση την δημιουργία εκείνων των θεσμών που εξισορροπούν τα προϋπάρχοντα προβλήματα. Όμως αυτή η αναγκαιότητα προσέκρουσε στις Συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ που διαμόρφωναν ένα πλαίσιο σε άλλη κατεύθυνση. Πιο πολιτικά, προσέκρουσε στον συντηρητικό και νεοφιλελεύθερο συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη, τον ίδιο ή και χειρότερο συσχετισμό δυνάμεων που είχε αποτυπωθεί και στις παλαιότερες Συνθήκες.
Η βασική επιδίωξη των κυρίαρχων ευρωπαϊκών συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων ήταν η μονεταριστική λειτουργία της οικονομίας στην ΕΕ μέσω της Ε.Κ.Τ. και του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς και η προτεραιότητα των πολιτικών δημοσιονομικής σταθερότητας. Σε δεύτερη μοίρα τέθηκαν τα εργαλεία αντικυκλικής πολιτικής και στήριξης της ανάπτυξης και απασχόλησης.
Έτσι απαγορεύτηκε στην ΕΚΤ να δανείζει άμεσα τις κυβερνήσεις (να αγοράζει κρατικά ομόλογα στην πρωτογενή αγορά), δεν έγινε καμιά πρόβλεψη για από κοινού διαχείριση του χρέους (με έκδοση ευρωομολόγων) και βέβαια είναι αμελητέο το μέγεθος του κοινού κεντρικού προϋπολογισμού, έτσι ώστε δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αυτόματος σταθεροποιητής για τις οικονομίες που εμφανίζουν απότομη απόκλιση.
Στην πράξη, αυτή η αρχιτεκτονική του Ευρώ αντί να επιλύσει τα προϋπάρχοντα προβλήματα προσέθεσε καινούργια. Τα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα επιβαρύνουν τις οικονομίες του Νότου οι οποίες ασθμαίνουν να αντιμετωπίσουν το αυξανόμενο δημόσιο χρέος τους.
Είναι ζήτημα λίγου χρόνου το Ιταλικό χρέος που ξεπερνά το 135% του ΑΕΠ να αντιμετωπίσει πρόβλημα χρηματοδότησης ενώ το Γαλλικό και το Ισπανικό πλησιάζουν ήδη το 100%. Η περίοδος χάριτος (εξαίρεσης από το όριο του ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ) γάλλων και ιταλών τελειώνει το ’17. Σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat, το συνολικό χρέος των 19 κυβερνήσεων της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 92,9% του συνολικού ΑΕΠ των χωρών. Η πραγματικότητα αυτή καταδεικνύει τις συμμαχίες που έχει η Ελλάδα στη διεκδίκηση της για αναδιάρθρωση του χρέους άμεσα και για αλλαγή των Συνθηκών και του ρόλου της ΕΚΤ στη συνέχεια. Ήδη η κριτική στο υπάρχον status quo της γερμανικής επικυριαρχίας στην ΕΖ υλοποιείται στο επίπεδο των παρακάτω εναλλακτικών προτάσεων για την ανατροπή των όρων των υπαρχουσών συνθηκών:
- Οι ανισότητες στο εμπορικό ισοζύγιο : Είναι κολοσσιαίο σφάλμα και μεροληψία για την Ε.Ε ο περιορισμός στο όριο του 3% του ΑΕΠ στα εμπορικά ελλείμματα ενώ στα πλεονάσματα ο αντίστοιχος περιορισμός είναι στο 6% πριν την επιβολή κυρώσεων. Άρα για να μην υπάρχει η σκανδαλώδης εύνοια υπέρ των πλεονασματικών χωρών (Γερμανία και Ολλανδία) θα πρέπει να μειωθεί ο πλεονασματικός περιορισμός στο 3% προκειμένου  να υπάρξει συμμετρική συσχέτιση.  Αυτό είναι το πρώτο βήμα για μια νέα ευρωπαϊκή μακροοικονομική ισορροπία.
- Το σχέδιο P.A.D.R.E., (Politically Acceptable Debt Restructuration in Eurozone). Δηλαδή μια μορφή Ποσοτικής Χαλάρωσης (Q.E) από την EKT με στόχο την αγορά ομολόγων των χωρών αναλογικά με το μερίδιο που κατέχει η κάθε κεντρική τράπεζα τους και στη συνέχεια να απορροφήσει τη νομισματική βάση που δημιουργήθηκε με την έκδοση νέων τίτλων από την ΕΚΤ. Θα εξασφάλιζε  τη μείωση των δαπανών για τόκους των μελών και θα ανακατεύθυνε κεφάλαια για να μειώσει το τεράστιο ποσό των ιδιωτικών κεφαλαίων χρέους.
- Η πρόταση για μια μορφή Ποσοτικής Χαλάρωσης όπου η ΕΚΤ θ αγοράζει από την ΕΤΕπ τους εκδιδόμενους τίτλους των ευρωπαϊκών επενδυτικών σχεδίων για τη δημιουργία επενδυτικού πακέτου για της ευρωζώνη. Το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και στον μη υπολογισμό των επενδύσεων στο Χρέος.
-  Ένα φόρο 0,05% επι των χρηματιστηριακών κινήσεων. Θα μπορούσε να δώσει ένα κέρδος περίπου 40 δις ευρώ στην Ευρωζώνη χωρίς καμία επιβάρυνση των επενδυτών  και είναι μηδαμινή η επιβάρυνση για τις  επενδυτικές τράπεζες. Θα λειτουργούσε επίσης ως αντικίνητρο στην βραχυπρόθεσμη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία.
-  Η Φορολογική Εναρμόνιση: Για την αποφυγή της μετακίνησης των κερδών και τον αθέμιτο ανταγωνισμό που αλλοιώνουν τις στατιστικές ανάπτυξης των χωρών μελών. Δεν μπορεί να λειτουργούν φορολογικοί παράδεισοι εντός ευρωζώνης.
-  Η θέσπιση  ενός Ευρωπαικού Προτύπου Αμοιβών .Αυτό βασίζεται στη λογική της αμοιβής των εργαζομένων βάσει της παραγωγικότητας της κάθε χώρας αλλά θα συνδέεται και με την διαφοροποίηση των εμπορικών ισοζυγίων τους.(π.χ. αν σε όλες τις  χώρες μέλη αυξάνει η παραγωγικότητα 3% το χρόνο, στις πλεονασματικές χώρες οι μισθοί θα ανεβαίνουν 3,5%-4%  και στις ελλειμματικές 2%).

Η επικαιρότητα του ευρωπαϊκού μας προσανατολισμού.

Πριν όμως συζητήσουμε για τους στόχους αυτούς, οφείλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα που τέθηκε πρόσφατα στον ΣΥΡΙΖΑ. Εξακολουθεί να έχει ισχύ και περιεχόμενο μέσα στις σημερινές συνθήκες ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της ριζοσπαστικής αριστεράς ή πρέπει να περάσουμε στην άλλη ιστορικά γραμμή, της αποχώρησης από την Ευρωζώνη και λογικά σε επόμενο στάδιο από την ΕΕ;

Η απάντηση που δίνουμε είναι ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει στο σκεπτικό του ευρωπαϊκού προσανατολισμού μας, αντίθετα έχουν προστεθεί και συγκυριακοί λόγοι που τον καθιστούν ακόμη περισσότερο επιτακτικό.

Η ΕΕ και ο πυρήνας της η Ευρωζώνη παραμένουν το μοναδικό πεδίο όπου έμπρακτα διεκδικούνται οι δυνατόν  καλύτεροι όροι για τις δυνάμεις της εργασίας και για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Καμιά εναλλακτική υπερεθνική ολοκλήρωση με στοιχειωδώς δημοκρατική νομιμοποίηση δεν έχει αναδειχθεί στη διεθνή σκηνή.

Η χωριστή πορεία από την Ευρωζώνη δεν σημαίνει άλλωστε και την απόσπαση μιας χώρας από τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η Τουρκία για παράδειγμα δεν είναι «λιγότερο εξαρτημένη» από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις πολυεθνικές κλπ από ότι η Ελλάδα. Αντίθετα, ο πιο περιθωριακός ρόλος ενός κράτους στον διεθνή καταμερισμό ή στη διεθνή συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής, σημαίνει και την υποβάθμιση του σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που δικαιολογούν οι αντικειμενικές συνθήκες της οικονομίας του.

Παρά τις φαντασιώσεις του νεοφιλελεύθερου Φουκουγιάμα πριν 15 χρόνια για το «τέλος της Ιστορίας» η γεωπολιτική αστάθεια, οι περιφερειακές συγκρούσεις, τα κύματα των προσφύγων αυξάνονται. Η κλιματική αλλαγή, οι ελλείψεις σε πρώτες ύλες αλλά και σε νερό και τρόφιμα, τροφοδοτούν νέο – μαλθουσιανούς εφιάλτες. Η Ευρώπη δεν θέλουμε ως αριστερά να αποτελέσει ένα «οχυρό» απέναντι σε όλα αυτά, να κλείσει τα μάτια και τις πόρτες της στα εκατομμύρια των απελπισμένων. Αλλά θέλουμε να αποτελέσει έναν πόλο σταθερότητας σε όφελος και του εαυτού της και του πλανήτη και βέβαια έχουμε κάθε λόγο να είμαστε μέσα σε αυτό τον πόλο σταθερότητας και όχι να του κρούουμε τις θύρες.

Επιπρόσθετα, το βάρος του δημόσιου χρέους και η σωρευτική ύφεση των τελευταίων ετών καθιστούν και συγκυριακά απαγορευτική κάθε σκέψη μοναχικής πορείας. Είτε αυτή θα ήταν συμφωνημένη με τους δανειστές και άρα θα προϋπέθετε δανειοδότηση από το ΔΝΤ με τους απεχθείς όρους που δανείζεται ο Τρίτος Κόσμος είτε θα ήταν ασύντακτη χρεοκοπία και θα σήμαινε άμεση αποκοπή από κάθε διεθνή αγορά.

Η ιστορική ευθύνη της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Ευρωζώνη.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον ανανεωθεί η λαϊκή εντολή στις 20 Σεπτεμβρίου, έχει επιφορτιστεί με την ιστορική ευθύνη της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην σύντομη ιστορία της Ευρωζώνης. Η πολύμηνη διαπραγμάτευση ήταν το πρώτο τεστ της δυσανεξίας των κυρίαρχων ελίτ της ΕΕ προς μια αριστερή κυβέρνηση και των δυνατοτήτων διεκδίκησης χάραξης μιας εθνικής πολιτικής με αριστερό χαρακτήρα.

Ειπώθηκε , σωστά κατά την γνώμη μας, ότι κάναμε ότι ήταν δυνατόν στη διαπραγμάτευση  αλλά είχαμε βάλει πολύ ψηλά τον πήχη δεδομένων των συσχετισμών.

Με μια επιτυχή ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του χρέους, την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της χώρας και την επίτευξη ισοδύναμων στους όρους και στο περιεχόμενο της συμφωνίας το τελικό πρόσημο θα είναι θετικό.  

Αλλά για να ξαναπιάσουμε το θεωρητικό μας νήμα, τι άλλο θα σήμαινε στην πράξη η αντίληψη μας για την ΕΕ σαν ένα ακόμη πεδίο πάλης για την αριστερά; Αν περιμέναμε να δείξουν κατανόηση και αλληλεγγύη θα είχαμε και μεις τη θεωρία του ευρωπαϊκού παράδεισου που διακινούσαν τόσα χρόνια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Αν στην πρώτη σύγκρουση με τις συντηρητικές δυνάμεις σηκωθούμε να φύγουμε, προφανώς δεν εννοούσαμε στ αλήθεια τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό μας, το ότι σκοπεύουμε να αγωνιστούμε μέσα στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.


Η στρατηγική απόφαση που πήρε η κυβέρνηση είναι η μόνη συμβατή με τόσες δεκαετίες θεωρίας και επεξεργασιών μας για την Ευρώπη. Ανεξάρτητα αυτό από επιμέρους σφάλματα στη διαπραγμάτευση, γιατί αυτά δεν αφορούν το κεντρικό ζήτημα, τη στρατηγική ευρωπαϊκή επιλογή της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς.

Στην ιστορία της δυτικοευρωπαϊκής αριστεράς, κόμματα με πολύ μεγαλύτερο διαχρονικά μέγεθος και παρέμβαση από τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως το Ιταλικό ή το Γαλλικό  ΚΚ, έφτασαν μέχρι τον προθάλαμο της εξουσίας και ανακόπηκαν εκεί. Το Δημοκρατικό Κόμμα σήμερα στην Ιταλία παρότι έχει τις ρίζες του στο PCI έχει επιλέξει μια σημαντική μετατόπιση προς το κέντρο .

Λείπει λοιπόν η ιστορική εμπειρία της κυβερνώσας αριστεράς μέσα στις δυτικοευρωπαϊκές συνθήκες. Η συλλογική μας κουλτούρα και ως αριστερά στην Ελλάδα και ως κομμάτι της ευρωπαϊκής αριστεράς ήταν μια κουλτούρα αντιπολίτευσης. Με θέσεις, απόψεις, επεξεργασίες. Και με τη γνώση ότι όλα αυτά θα κριθούν με έναν πρωτόγνωρο τρόπο στις συνθήκες της αριστερής διακυβέρνησης. Αυτό ακριβώς βιώνουμε τώρα και από πολλές πλευρές μας ξενίζει. 

Επιμένουμε στην επισήμανση ότι η ευθύνη της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης είναι πανευρωπαϊκής σημασίας. Τα κόμματα της αριστεράς σε όλη την Ευρώπη εκφράζουν τη στήριξη τους στον ΣΥΡΙΖΑ και την αλληλεγγύη τους στην προσπάθεια του να καταστήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο και να επαναφέρει τη χώρα στην ανάπτυξη.

Οι στόχοι της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη μετά τις εκλογές εκφράζουν ένα πλατύ μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στην ήπειρο μας. Αρχικά η αναδιάρθρωση του χρέους με τρόπο που να γίνει βιώσιμο και να μην αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, είναι στόχος που ανοίγει το δρόμο για την στρατηγική βιωσιμότητα του χρέους ολόκληρου του Νότου.

Το δικαίωμα στην χάραξη εθνικής πολιτικής με βάση την λαϊκή βούληση, το δικαίωμα που υπερασπίστηκε και με τη διαπραγμάτευση και με τη διενέργεια του δημοψηφίσματος η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, απαντά στην αγωνία της πλειοψηφίας των πολιτών σε πολλά κράτη της ΕΕ για την θωράκιση της δημοκρατίας απέναντι στα αδιαφανή και μη αιρετά όργανα της ΕΕ. Αγωνία των Ευρωπαίων πολιτών που έχει εκφραστεί σε πολλά δημοψηφίσματα τα προηγούμενα χρόνια στην Ευρώπη.

Στην ίδια κατεύθυνση, η πρόταση της κυβέρνησης για άμεση εμπλοκή του Ευρωκοινοβουλίου στις συζητήσεις της Ελλάδας με τους θεσμούς σηματοδοτεί το στόχο της ενίσχυσης του ρόλου του μόνου άμεσα εκλεγμένου από τους Ευρωπαίους πολίτες οργάνου της ΕΕ, ενίσχυση που επιζητούμε για να καλυφθεί το μείζον δημοκρατικό έλλειμμα  στην πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Οι αλλαγές στη λειτουργία της ΕΚΤ, η κατάργηση του θεσμοποιημένου μονεταρισμού στην Ευρωζώνη, συμπληρώνουν την  εικόνα της απαραίτητης αλλαγής για μια Ευρώπη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών της και τα συμφέροντα των λαών της, που θα βάλει επιτέλους σε προτεραιότητα την απασχόληση και την ανάπτυξη.

Η αριστερή πολιτική από τη μια πλευρά στηρίζεται στη θεωρία και την ιδεολογία και από την άλλη στην σωστή εκτίμηση της τρέχουσας κατάστασης, της συγκυρίας. Οι προοπτικές της διεθνούς οικονομίας σήμερα δεν είναι ανέφελες. Οι διακυμάνσεις στα ασιατικά χρηματιστήρια αντανακλούν τα προβλήματα της Κινεζικής οικονομίας. Μπροστά στην πιθανότητα μιας νέας υποτίμησης του γουάν οι ΗΠΑ εξετάζουν από την πλευρά τους μια νέα πολιτική νομισματικής επέκτασης. Ο πόλεμος των ισοτιμιών που ξαναρχίζει και η άμεση προοπτική μιας ανεπαρκούς παγκόσμιας ανάπτυξης έως και στασιμότητας, θα βρουν τον ευρωπαϊκό Νότο ως έναν από τους αδύναμους κρίκους της αλυσίδας.

Η στήριξη της ανάπτυξης στην Ευρωζώνη και η αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους του Νότου αποτελούν την κατεύθυνση για την οικονομική  σταθερότητα στην ΕΕ. Ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός με επίκεντρο την Γερμανία δεν απαντά σε κανένα από τα σύγχρονα προβλήματα.

Για όλους τους λόγους αυτούς, στρατηγικούς και συγκυριακούς, η Ελλάδα δεν είναι μόνη. Όσο δύσκολη και να ήταν η διαπραγμάτευση μέχρι τώρα, οι πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης και της μόνιμης λιτότητας στην ευρωπαϊκή περιφέρεια που προωθούσε η Γερμανία έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση.

Δεν πρέπει λοιπόν και δεν πρόκειται να παραδεχθούμε το νεοφιλελεύθερο Δεν Υπάρχει Εναλλακτική για την Ευρώπη. Δεν θα το παραδεχθούμε ούτε υποτασσόμενοι σ’ αυτό αλλά ούτε και παραδίδοντας την Ευρώπη σ’ αυτό. Το πρόταγμα της Ευρώπης της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής δεν αντικαθίσταται για την αριστερά με την εθνική περιχαράκωση και την εθελοντική φτώχεια.

Γιατί «όποιος στον πόλεμο πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου τον πόλεμο τον χάνει».

Γιώργος Βεργόπουλος
Λευτέρης Στουκογιώργος