Πολιτική λύση ή πολιτική αποτυχία των ηγεσιών της Ευρωζώνης;




Συντακτική ομάδα

Το άρθρο του Αλέξη Τσίπρα στη Le Monde, οι δυο συνεχόμενες τηλεδιασκέψεις Τσίπρα-Μέρκελ-Ολάντ και η πενταμερής συνάντηση (Μέρκελ, Ολάντ, Γιούνκερ, Ντράγκι, Λαγκάρντ), το βράδυ της Δευτέρας 1 Ιουνίου στο Βερολίνο, σηματοδοτούν την κρίσιμη καμπή στην πολύμηνη διαπραγμάτευση της ελληνικής αριστερής κυβέρνησης με τους πιστωτές.
Γιατί τόσο το άρθρο Τσίπρα όσο και οι τηλεδιασκέψεις και η πενταμερής συνάντηση επισημοποιούν τη μετάβαση από την τεχνική διαπραγμάτευση με τους «θεσμούς» στον πολιτικό διάλογο κορυφής.
Μετάβαση που αφορά όχι μόνον το ποιοι συζητούν και διαπραγματεύονται, αλλά και την ατζέντα του διαλόγου. Στο τραπέζι μπαίνει επιτέλους, όπως από καιρό επιδιώκει η ελληνική πλευρά, η αντίληψη της κάθε πλευράς για τη φυσιογνωμία και το μέλλον της Ευρώπης.
Η δυναμική αυτή που έχουν αποκτήσει οι εξελίξεις δεν μπορεί να ανακοπεί ή να κρυφτεί από τα μάτια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, παρά την τυπική επιμονή της πενταμερούς συνάντησης ότι η συμφωνία πρέπει να επιτευχθεί αρχικά στο Brussels Group. Το τζίνι έχει πια βγει από το μπουκάλι και δεν ξαναμπαίνει. Είναι ξεκάθαρο ότι ή θα έχουμε πολιτική λύση ή θα έχουμε πολιτική αποτυχία των ηγεσιών της Ευρωζώνης να βρεθεί λύση. Η ουσιαστική ευθύνη έχει φύγει έτσι κι αλλιώς από το Brussels Group και η πενταμερής συνάντηση το επιβεβαίωσε de facto, ότι κι αν ανακοινώθηκε de jure.
Από την πρώτη στιγμή που η ελληνική πλευρά έθεσε το ζήτημα της «πολιτικής λύσης», συγκεκριμένοι παράγοντες και εκφραστές συμφερόντων και απόψεων προσπάθησαν να εμποδίσουν αυτή τη διαδικασία. Και να επιμείνουν σε μια τεχνική διαπραγμάτευση που, στην ουσία, επανέφερε διαρκώς το πλαίσιο της 5ης αξιολόγησης.
Είναι γνωστό ότι στους παράγοντες αυτούς συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι Υπουργοί Οικονομικών Γερμανίας Σόιμπλε και Ολλανδίας Ντάισελμπλουμ. Θα πρέπει, όμως, να τονίσουμε και πάλι, όπως σε προηγούμενα κείμενα μας, ότι η στάση τους δεν οφείλεται σε κάποιο ανθελληνικό πνεύμα που τους διακατέχει. Αλλά ότι εκφράζουν μια άποψη για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μια άποψη που βάζει σε προτεραιότητα στενά εθνικά τους συμφέροντα, αλλά, επίσης, και συμφέροντα συγκεκριμένων τμημάτων της ελίτ του κεφαλαίου.
Το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας άνοιξε τη συζήτηση αυτή με το άρθρο του στη Le Monde είναι πολλαπλά θετικό. Γιατί μόνον φεύγοντας από την αδιέξοδη τεχνική συζήτηση και περνώντας στο πραγματικό ζήτημα της αντίληψης για το μέλλον της Ευρώπης, που υποκρύπτεται στις διαπραγματεύσεις, μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να έχει τις απαραίτητες συμμαχίες ή έστω συναινέσεις για μια αποδεκτή από την πλευρά μας συμφωνία.
Αντικειμενικά, λοιπόν, η όλη πορεία της διαπραγμάτευσης της ελληνικής αριστερής κυβέρνησης με τους πιστωτές αποκτά πλέον μια άλλη διάσταση και μια άλλη νοηματοδότηση.
Το διακύβευμα για όλους τους εμπλεκόμενους δεν είναι  μόνον το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας. Ενώ είναι σαφές από την περιγραφή των «κόκκινων γραμμών» της κυβέρνησης, ακόμη και από το άρθρο του πρωθυπουργού στη Le Monde, σε ποια σημεία η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται να κάνει βήματα πίσω από το πρόγραμμα της και σε ποια σημεία επιμένει.
Γιατί δεν έχουμε ακόμη συμφωνία; Σίγουρα, πάντως, όχι, όπως έχουμε ξαναγράψει, επειδή υπάρχει διαφορά ενός δις στην εκτίμηση του «δημοσιονομικού κενού».  Ολόκληρη η σύντομη ιστορία της ΕΕ και της Ευρωζώνης είναι γεμάτη παραδείγματα δημιουργικής λογιστικής και παραβιάσεων των υποτίθεται άτεγκτων κανόνων.
Συμφωνία μέχρι τώρα δεν έχουμε επειδή η πλευρά των πιστωτών εξακολουθεί να ταλαντεύεται. Παρά την αντίθετη εικόνα που διαμορφώνουν στην Ελλάδα τα κυρίαρχα ΜΜΕ, φτάνοντας στο σημείο της ανοιχτής  προπαγάνδας, είναι οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού πολιτικού κόσμου (και κεφαλαίου) που μπλοκάρουν τις εξελίξεις.
Περισσότερο μάλιστα και από την επιμονή του Σόιμπλε και των ομοϊδεατών του, κυρίαρχος παράγοντας στη μέχρι σήμερα καθυστέρηση ήταν η αναποφασιστικότητα της κορυφής, ξεκινώντας από την ίδια την καγκελάριο Μέρκελ.
Ενώ είναι σαφές και από τις παρεμβάσεις όλων ανεξαιρέτως των εξωευρωπαϊκών παραγόντων ότι μια κρίση με αφορμή ένα ελληνικό default είναι δύσκολα διαχειρίσιμη, οι ηγέτες του βόρειου πυρήνα της Ευρωζώνης διστάζουν καιρό τώρα να συγκρουστούν με το ακραία σκληροπυρηνικό κομμάτι στον συνασπισμό εξουσίας τους.
Η άποψη μας είναι ότι διατηρούσαν όλο αυτό το διάστημα την ελπίδα να υποχωρήσει άτακτα η ελληνική κυβέρνηση. Οπότε να έχουν και την πίτα ολόκληρη (να αποφευχθεί η κρίση) και τον σκύλο χορτάτο (να περάσει η ακραία νεοσυντηρητική επιλογή για το μέλλον της Ευρώπης).
Αναφερθήκαμε μόλις τώρα σε νεοσυντηρητική και όχι απλώς σε νεοφιλελεύθερη επιλογή. Κι αυτό επειδή αυτό που κρύβεται πίσω από την αδιαλλαξία της άποψης Σόιμπλε κλπ δεν είναι απλώς ο νεοφιλελεύθερος δογματισμός. Αλλά μια συνολικά αντιδραστική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση – ενοποίηση, που υποκρύπτει και στενά εθνικές ατζέντες.
Είναι μια προβληματική που ο πρωθυπουργός άνοιξε στο άρθρο στη Le Monde, προχωρώντας μέχρι το σημείο που είναι διπλωματικό ανεκτό να φτάσει. Υπάρχουν πολλά περισσότερα από πίσω, φτάνοντας μέχρι τη συζήτηση για την περίφημη «κεντρική Ευρώπη» ως πυρήνα και κέντρο αποφάσεων στην Ευρώπη συνολικά. Συζήτηση που, διόλου τυχαία, άνοιξε στη Γερμανία το 1915…
Η αντοχή που επέδειξε η κυβέρνηση της αριστεράς στον οικονομικό στραγγαλισμό και το πολιτικό τόλμημα να ανοίξει το ζήτημα της αντίληψης για το μέλλον της Ευρώπης ως κεντρικό διακύβευμα της ελληνικής διαπραγμάτευσης αλλάζουν τα δεδομένα για τη Μέρκελ και, ακόμη περισσότερο, για Ολάντ, Ρέντσι, Ντράγκι, Γιούνκερ.
Γίνεται σαφές σε όλους τους ότι, αν εξακολουθήσουν να σέρνονται πίσω από τα σχέδια των Σόιμπλε κλπ, όχι μόνον διακινδυνεύουν μια απρόβλεπτων συνεπειών κρίση στην Ευρώπη, αλλά εκτίθενται πολιτικά στην ταύτιση με τα σχέδια αυτά. Αυτό το νόημα έχει η τελευταία φράση του άρθρου του Αλέξη Τσίπρα στην Le Monde. Η καμπάνα χτυπά πια για τη δυνατότητα της Γαλλίας και της Ιταλίας να καταρτίζουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς τους, και αυτό είναι, επαναλαμβάνουμε, μόνον ότι μπορεί να ειπωθεί δημόσια για τα νεοσυντηρητικά σχέδια για την Ευρώπη.
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ανάλυσης, προκύπτει ότι η κυρίαρχη αντίθεση μέσα στη συγκυρία (η βασική αντίθεση είναι πάντα κεφάλαιο – εργασία, αλλά η κυρίαρχη είναι το κρίσιμο ζήτημα) είναι η αντίθεση ανάμεσα στις δυνάμεις που επιχειρούν να επιβάλλουν μια νεοσυντηρητική και παγιωμένα νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική για την Ευρώπη και στις δυνάμεις που υπερασπίζονται τόσο τη δημοκρατία όσο και τα άμεσα, τουλάχιστον, συμφέροντα των εργαζόμενων στην Ευρώπη. Δυνάμεις πολύ ευρύτερες από την Αριστερά, αλλά με τις αριστερές ιδέες εν δυνάμει ηγεμονικές.
Οι νεοσυντηρητικές και, ουσιαστικά, υπερδεξιές δυνάμεις και απόψεις δεν πρόκειται προφανώς να καταθέσουν τα όπλα. Γι αυτό και η πενταμερής συνάντηση του Βερολίνου, χάρη και στη συμμαχία του ΔΝΤ με τις ακραίες φωνές, δεν έβγαλε ένα άμεσο αποτέλεσμα. Αντίθετα, με τις διαρροές περί τελεσιγράφων προς την Αθήνα επιδιώκεται να δοθεί η εικόνα ότι τίποτε δεν άλλαξε.
Ακόμη, όμως, και αυτές οι εκβιαστικές και απαράδεκτες διαρροές περί τελεσιγράφου  - το οποίο είναι δεδομένο ότι, αν κατατεθεί, θα απορριφθεί από την Αθήνα- αποδεικνύουν ότι η διαπραγμάτευση έχει γίνει πρώτιστα πολιτική. Άρα, παρά τον πόλεμο νεύρων που συνηθίζεται σε τέτοιες καταστάσεις, οι εξελίξεις κινούνται προς τη δική μας κατεύθυνση. Η Μέρκελ, ο Ολάντ, ο Ρέντσι δεν μπορούν να αποφύγουν τις επόμενες μέρες μια πολιτική επιλογή, όχι για τεχνικά ζητήματα «δημοσιονομικού κενού», αλλά για το μέλλον της Ευρώπης και τη δημοκρατική ή αυταρχική φυσιογνωμία της.
Στην ελληνική πλευρά, η δυνατότητα να επιτευχθεί μια συμφωνία στο πλαίσιο της ελληνικής αφήγησης, αποκτά επίσης νέα νοηματοδότηση. Επιμένοντας δημόσια στη θέση για το μη βιώσιμο χρέος και επιβάλλοντας τα μικρά πρωτογενή πλεονάσματα η ελληνική κυβέρνηση εγγράφει την αναδιάρθρωση του χρέους στην κορυφή της ατζέντας, ανακτώντας έτσι το έδαφος που χάθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο.  
Ενώ, συνδέοντας την επίτευξη της συμφωνίας αυτής με την αποφυγή της «ρήξης και της διχοτόμησης» στην Ευρώπη, οικοδομεί ήδη τις συμμαχίες της επόμενης μέρας. Συμμαχίες σ’αυτό που έχουμε αποκαλέσει «πόλεμο θέσεων, ο οποίος διαδραματίζεται όχι μόνο μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης της Αριστεράς και των πιστωτών, αλλά μεταξύ της ευρωπαϊκής Αριστεράς και των ελίτ του κεφαλαίου».
 Μετασχηματισμός
4 Ιουνίου 2015