'Ενα προοδευτικό σχέδιο για την Ευρώπη - της Συντακτικής Ομάδας



της Συντακτικής ομάδας

Ο διάλογος για την προοπτική της ΕΕ, που κορυφώνεται με τη συμπλήρωση 60 χρόνων από την ίδρυση της, έχει κρίσιμη σημασία για τους πολίτες της Ευρώπης, τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις σ’ αυτήν, την ευρωπαϊκή αριστερά ιδιαίτερα.

Η ΕΕ είναι ένα πεδίο υπό διαμόρφωση. Ο προβληματισμός για την διαλεκτική ένταση μεταξύ της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης της, για την ενιαία ή τις πολλαπλές ταχύτητες εξέλιξής της έχει ανοίξει εδώ και τουλάχιστον 25 χρόνια.

Η Πολιτική αποτελεί τον παράγοντα που εντείνει την κρισιμότητα των προβληματισμών τη δεδομένη στιγμή. Γεγονότα όπως η απόφαση για το Brexit, η απόρριψη του δημοψηφίσματος του Ρέντσι, η ενίσχυση της ξενοφοβικής και εθνικιστικής δεξιάς, η αστάθεια στο διεθνές σκηνικό και οι περιφερειακές συγκρούσεις στα ανατολικά όρια της ΕΕ εντείνουν την αβεβαιότητα και την κρίση αυτοπεποίθησης για το Ευρωπαϊκό εγχείρημα. Πρόκειται όμως στην ουσία για μια κρίση εμπιστοσύνης των ευρωπαίων πολιτών προς τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και γραφειοκρατικές ελίτ της Ένωσης.

Το υπόβαθρο όμως της κρίσης στην οποία βρίσκεται η ΕΕ είναι η (πολιτική) οικονομία: η συνεχώς αυξανόμενη ανισότητα που αποτυπώνεται στα εμπορικά ισοζύγια μεταξύ του Βορά και κυρίως της Γερμανίας και του Νότου, το πρόβλημα του δημόσιου χρέους που αυξάνεται όχι μόνον για τις χώρες του Νότου αλλά και για την ΕΕ σαν σύνολο, το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα που παραμένει ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης η ανάγκη προσαρμογής των ευρωπαϊκών οικονομιών στον διαμορφούμενο νέο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας με την επιθετική είσοδο στο προσκήνιο όχι μόνο της Κίνας αλλά συνολικά της Ασίας και την επαναφορά του προστατευτισμού μέσω Τράμπ. Το μέλλον του κοινωνικού κράτους, η σταθερότητα των ευρωπαϊκών ασφαλιστικών συστημάτων, η εξασφάλιση της απασχόλησης και η προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος.

Το πρόβλημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Μια από τις πιο σοβαρές πλευρές της κρίσης με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη η ΕΕ είναι η εντεινόμενη αμφισβήτηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης των κέντρων λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της.

Ένα μέρος του  πυρήνα του προβλήματος έγκειται στο «μετέωρο βήμα» της μεταβίβασης εξουσιών από το εθνικό στο υπερεθνικό επίπεδο. Οι εξουσίες μεταβιβάζονται μεν, αλλά ασκούνται από την Επιτροπή και τα Συμβούλια που συγκροτούνται ως διακυβερνητικά όργανα. Οι ευρωπαίοι πολίτες ως οντότητα διακριτή από τις εθνικές τους ταυτότητες εκπροσωπούνται μόνον στο Ευρωκοινοβούλιο με τις μειωμένες αρμοδιότητες.

Σαν αποτέλεσμα, ουδείς δικαιούται να μιλήσει εκ μέρους των ευρωπαίων πολιτών συνολικά και κάθε τέτοια  απόπειρα όπως η καθιέρωση εκπροσώπου της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής δεν απέδωσε ουσιαστικά αποτελέσματα.

Η διαμόρφωση πολιτικών «αξόνων» που ωθούν τις εξελίξεις, όπως ο γαλλο-γερμανικός άξονας στο παρελθόν ή η άξονας του Βορά με κέντρο τη Γερμανία τα τελευταία χρόνια προκαλεί δικαιολογημένες  επιφυλάξεις σε όσους βρίσκονται εκτός άξονα και επιτείνει τις κριτικές περί μη νομιμοποίησης.

Εξίσου κρίσιμο είναι το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ στις δυνατότητες κοινωνικής συμμετοχής στη διαβούλευση και στη λήψη των αποφάσεων. Η ΕΕ στην πορεία της διεύρυνσης της έγινε αυξανόμενα συγκεντρωτική, οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση στις όλο και πιο περίπλοκες διαδικασίες, οι απλοί πολίτες συνήθως δεν κατανοούν καν τα τεκταινόμενα. 

Συνοπτικά, το εγχείρημα δεν συνδέεται με μια αφήγηση Ευρωπαϊκής ταυτότητας, ένα προωθητικό «Ευρωπαϊκό όνειρο». Το αποτέλεσμα είναι όλο και περισσότεροι ευρωπαίοι πολίτες να ελκύονται από τη ρητορική για επιστροφή των εξουσιών από την «γραφειοκρατία των Βρυξελών»  στα εθνικά κοινοβούλια, που γίνεται όχημα για την επιστροφή στις εθνικιστικές περιχαρακώσεις.

Τι σημαίνει να είσαι Ευρωπαίος;

Η κινητήρια δύναμη πίσω από την ίδρυση της Κοινοπραξίας Άνθρακα και Χάλυβα και στη συνέχεια της ΕΟΚ την μακρινή πια δεκαετία του 50 ήταν η αποφυγή επανάληψης των πολεμικών συγκρούσεων που δοκίμασαν την Ευρώπη το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Η ΕΟΚ και μετέπειτα η ΕΕ δεν αποτελεί λοιπόν απλώς μια μορφή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, όπως οι διακρατικές συμφωνίες εμπορίου. Έχει πολύ βαθύτερους στόχους, στο οικονομικό, στο κοινωνικό  και στο πολιτικό επίπεδο.

Παρά την πολλαπλότητα των εθνικών ταυτοτήτων που χαρακτηρίζει την Ευρώπη, στον πυρήνα του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρχε εξ υπαρχής η πολιτική διάσταση, η προοπτική της πολιτικής Ένωσης. Και πάνω σ’ αυτό αναδείχθηκαν από την αρχή οι διαφορετικές προσεγγίσεις.

Η πιο προωθημένη και αισιόδοξη άποψη ήταν και είναι αυτή της μελλοντικής δημιουργίας μιας ομόσπονδης κρατικής οντότητας, οι «φεντεραλιστές» στα πρότυπα των ΗΠΑ ή της Ινδίας. Μάλιστα το Ινδικό μοντέλο των κρατιδίων που διαχειρίζεται μια μεγάλη ποικιλομορφία τοπικών γλωσσών, κοινωνικών και πολιτιστικών αποκλίσεων είναι πιο κοντά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα από την περίπτωση των ΗΠΑ που συγκροτήθηκαν εθνικά ομοιογενείς το 1783 και υποδέχτηκαν τα εκατομμύρια των μεταναστών με δεδομένη την κυρίαρχη γλώσσα, πολιτισμό, πολιτική δομή, κοινωνική συγκρότηση της χώρας υποδοχής.
Διαφορετική προσέγγιση ήταν πάντα αυτή της «Ευρώπης των κρατών». Ήταν η άποψη μεταξύ άλλων του Ντε Γκώλ που φοβόταν μήπως η Γαλλία διαχυθεί μέσα σε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη και αναδειχθούν οι τοπικές διαφορές στο εσωτερικό της, που μέχρι σήμερα έχει καλύψει επιτυχημένα ο γαλλικός Ρεπουμπλικανισμός ως κρατική ιδεολογία. Η άποψη αυτή επιμένει ιστορικά στον διακυβερνητικό χαρακτήρα των κέντρων εξουσίας στην ΕΕ (με δικαίωμα κρατικού βέτο) ο οποίος μπορεί να φτάσει το πολύ μέχρι μια μορφή χαλαρής συνομοσπονδίας. Στην πράξη αυτή η άποψη εκφράζεται στην μορφή της μέχρι σήμερα πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Η ευρωπαϊκή αριστερά - πέραν των υποστηρικτών / νοσταλγών του Σοβιετικού μοντέλου - έβαζε το αίτημα της «Ευρώπης των λαών». Δηλαδή της ευρωπαϊκής ενοποίησης με ισχυρό κοινωνικό, δημοκρατικό και φιλειρηνικό προσανατολισμό. Απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες και τη θεσμική αποτύπωση της στη μορφή που πήραν οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες από το Μάαστριχτ,  διατύπωσε το αίτημα της «άλλης Ευρώπης», της υποστήριξης της ΕΕ και της ευρωπαϊκής προοπτικής, προς άλλη πολιτική και οικονομική κατεύθυνση από αυτή που δίνουν σήμερα οι κυρίαρχες ελίτ.

Οι κρατικές ή διακρατικές οντότητες συγκροτούνται πάνω στο έδαφος μιας συλλογικής ταυτότητας, μιας κοινής ιδεολογικής παράστασης για το «ποιοί είμαστε» που αναπόφευκτα οριοθετείται από τους «άλλους». Πολιτική ένωση της Ευρώπης χωρίς αίσθηση κοινής ταυτότητας ευρωπαίου πολίτη δεν μπορεί να υπάρξει. Γιατί δεν θα υπάρχει η απαραίτητη ιδεολογική και πολιτική νομιμοποίηση της άσκησης των αρμοδιοτήτων και εξουσιών. Η αρχική Κοινότητα των «6» στα μέσα του 20ου αιώνα αναζήτησε την ιδεολογική νομιμοποίηση της στην Ευρώπη του Καρλομάγνου, την αρχαία ελληνορωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά, την κοινή προσπάθεια για ανασυγκρότηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την συμπίεση της Ευρώπης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Προφανώς η Ευρώπη των «28» συγκροτεί δυσκολότερα ένα συνεκτικό αφήγημα κοινής ταυτότητας, πολύ περισσότερο όταν στην πορεία η οικονομία κυριάρχησε της πολιτικής και της κοινωνίας. Όμως η απελευθέρωση των αγορών από μόνη της δεν συγκροτεί κοινές συνειδήσεις. Το αίτημα για κοινή Εξωτερική Πολιτική και Άμυνα που προβάλλεται ως αναγκαιότητα, άπτεται του πυρήνα των κρατικών εξουσιών και της συγκρότησης των εθνικών κρατών. Αν ένας Γάλλος κληθεί να υπερασπιστεί τα σύνορα της Λιθουανίας, πρέπει να αισθάνεται ότι με κάποιον τρόπο αυτά τα σύνορα τoν αφορούν.

Παράλληλα λοιπόν με τις Συνθήκες και τις θεσμικές συμφωνίες, απαιτείται η επαναθεμελίωση του ευρωπαϊκού αφηγήματος. Με υλικά ιστορικά, πολιτισμικά και, κυρίως, στη βάση των σύγχρονων κοινών αξιών για την πολιτική και την κοινωνία. Με το βλέμμα στο μέλλον, στην ενοποιητική δυναμική του ευρωπαϊκού οράματος όχι σαν τεχνικές της εξουσίας αλλά σαν απάντηση στα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα της ανθρωπότητας.

Η επιστροφή των εθνικισμών

Ο συντηρητικός ευρωσκεπτικισμός υπήρχε πάντα στην ΕΕ. Συσπειρώνοντας από παραδοσιακούς εθνικιστές μέχρι τις κοινωνικές ομάδες που αισθάνονταν απειλούμενες από τον νέο καταμερισμό της παραγωγής και των εισοδημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (π.χ. Γάλλοι αγρότες). Τα τελευταία χρόνια όμως ο συντηρητικός ευρωσκεπτικισμός συσπείρωσε διαφορετικά μεταξύ τους κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα.

·         Τις ξενοφοβικές απόψεις που ενισχύθηκαν όχι μόνο λόγω της προσφυγικής κρίσης αλλά μέσα από μια βαθύτερη και πιο μακρόχρονη εξέλιξη στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Οι εξεγέρσεις των μεταναστών δεύτερης γενιάς από την βόρειο Αφρική στα υποβαθμισμένα προάστια της Γαλλίας, οι συγκρούσεις με φυλετικό και ταξικό χαρακτήρα στα inner cities της Βρετανίας, έχουν πολύχρονο παρελθόν. 

·         Την ενδυνάμωση των απομονωτιστικών απόψεων στη Βρετανία, που ούτως ή άλλως ήταν πάντα μετέωρη ανάμεσα στην Ευρώπη, τις αναμνήσεις της αυτοκρατορίας της και την «ειδική σχέση» της με τις ΗΠΑ.

·         Τις αρνητικές συνέπειες των μακρόχρονων συνταγών λιτότητας που επέβαλε ο νεοφιλελευθερισμός όχι μόνο στην παραδοσιακή εργατική τάξη αλλά και στα μεσοστρώματα. Η κοινωνική υποβάθμιση τους, η αύξηση της ανεργίας και κυρίως της επισφαλούς εργασίας, έστρεψε τα λιγότερο πολιτικοποιημένα από αυτά τα στρώματα προς την λαϊκιστική ακροδεξιά.

·         Την ενίσχυση της ακραίας δεξιάς στα κράτη της ανατολικής ΕΕ για λόγους που σχετίζονται με την μεταπολεμική ιστορία τους, τον διαχρονικό γεωπολιτικό εγκλωβισμό τους μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας, την δυσκολία τους να συγκλίνουν οικονομικά και κοινωνικά με την υπόλοιπη ΕΕ.

Η επιστροφή των εθνικισμών και η άνοδος των ξενοφοβικών και ακροδεξιών δυνάμεων απειλούν ευθέως το όραμα μιας ειρηνικής και κοινωνικής Ευρώπης. Το πιο επικίνδυνο μάλιστα είναι η μετατόπιση προς ακραία συντηρητικές απόψεις πολιτικών της παραδοσιακής δεξιάς / κεντροδεξιάς για να υπερασπιστούν το πολιτικό ακροατήριο τους. Όπως ακριβώς στις ΗΠΑ ο Τραμπ αρχικά κέρδισε τη μάχη στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού κόμματος και στη συνέχεια ανάγκασε όσους διαφωνούσαν μ’ αυτόν να τον στηρίξουν για να μην απειληθεί η δική τους επανεκλογή.

Παρά την προπαγάνδα της νέας ακροδεξιάς (alt right) η Ευρώπη δεν βρίσκεται με τον φασισμό προ των πυλών. Στην πραγματικότητα, η ακροδεξιά απειλή δείχνει να κινητοποιεί αντίρροπες δυνάμεις που τα τελευταία  χρόνια βρίσκονταν εκτός συλλογικών διαδικασιών. Στην Αυστρία πριν λίγους μήνες και στην Ολλανδία πρόσφατα η αύξηση της συμμετοχής στις εκλογές εμπόδισε τη νίκη της ακροδεξιάς. Και οι προοπτικές για τις πολύ κρίσιμες εκλογές στη Γαλλία και τη Γερμανία φέτος είναι ήδη ευνοϊκότερες από ότι πριν λίγους μήνες.

Στρατηγικά η δύναμη που μπορεί να αντιπαρατεθεί στην νέα ακροδεξιά δεν είναι η κεντροδεξιά αλλά η ευρύτερη αριστερά. Στις ΗΠΑ οι παραδοσιακοί Ρεπουμπλικανοί δήλωσαν υποταγή στην Τραμπ, στην Βρετανία οι Συντηρητικοί σύρθηκαν πίσω από το Brexit  του Φάρανζ και του Τζόνσον, στη Γαλλία ο Φιγιόν έχει σοβαρά προβλήματα, το γερμανικό CDU έχει στο εσωτερικό του τον ακραίο δούρειο ίππο του Σόιμπλε.

Η συγκρότηση προοδευτικών πολιτικών πλειοψηφιών διεθνώς, από συμμαχίες της αριστεράς με τους πράσινους και με εκείνη την σοσιαλδημοκρατία που θα ξεκολλήσει από το άρμα του νεοφιλελευθερισμού είναι ένα είδος ΤΙΝΑ μέσα στη συγκυρία, φαίνεται να αποτελεί την μόνη αντίπαλη δύναμη με ρεαλιστική προοπτική απέναντι στον νέο εθνικισμό. Είναι ο μέγιστος ιστορικός –προγραμματικός - συμβιβασμός που η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί και πρέπει να κάνει υπό το βάρος της ιστορκότητας της στιγμής.

Ο νεοφιλελευθερισμός βλάπτει σοβαρά την Ευρώπη.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες χτυπήθηκαν σκληρά από  τη συγκεκριμένη μορφή που πήρε η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Ιδιαίτερα αρνητικές ήταν οι συνέπειες στα κράτη του Νότου που βρίσκονται αντιμέτωπα με μόνιμα εμπορικά ελλείμματα και διόγκωση του δημόσιου χρέους, σε απόλυτη αντιστοιχία με τα τερατώδη γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα. Οι πολιτικές που επέβαλε η ηγεμονία Σόιμπλε για την αντιμετώπιση της κρίσης υπερχρέωσης του Νότου στόχευαν όχι στη μείωση των αποκλίσεων αλλά αντίθετα στη διαιώνιση τους, με την πάγια λιτότητα στο Νότο να χρησιμεύει στη χρηματοδότηση των στρατηγικών προβλημάτων της ίδιας της Γερμανίας, όπως είναι η βόμβα του δικού της συνταξιοδοτικού συστήματος. Στόχευαν επίσης στην υπονόμευση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Σήμερα αυτός ο ίδιος νεοφιλελευθερισμός δεν λειτουργεί πια ούτε για τον πλουσιότερο Ευρωπαϊκό Βορρά. Οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι από τα οφέλη της όποιας ανάπτυξης αυξάνονται παντού. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο για την Ευρώπη δεν αντέχει πια τον ανταγωνισμό με τις χώρες της Ασίας ( οικονομίες χαμηλού κόστους αρχικά αλλά όλο και περισσότερο ενσωμάτωσης γνώσης στην παραγωγική διαδικασία).

Ο νεοφιλελευθερισμός με την δογματική επιμονή του στην λιτότητα μπαίνει εμπόδιο στην απαραίτητη αλλαγή του αναπτυξιακού υποδείγματος, οδηγεί την Ευρώπη στο μαρασμό και την περιθωριοποίηση.

Βασικό στοιχείο του προβλήματος είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποτυπωθεί στην θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο σε ετήσια βάση ισοσκελισμός των προϋπολογισμών και ο περιορισμός των ελλειμμάτων εγγράφονται ως στόχοι στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη. Όχι όμως η ανάπτυξη και η στήριξη της απασχόλησης. Η λειτουργία της ΕΚΤ υπόκειται σε περιορισμούς πρωτοφανείς για Κεντρική Τράπεζα, όπως η απαγόρευση να λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης και να μεριμνά για την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, όχι μόνο για τον πληθωρισμό.

Η συγκυρία διαμορφώνεται ακόμη δυσμενέστερη μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και την δέσμευση του για επιβολή προστατευτικών οικονομικών πολιτικών, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε εμπορικούς πολέμους και διεθνή οικονομική και γεωπολιτική αστάθεια. Παράλληλα η νέα μεγάλη αύξηση του εξοπλιστικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ προοιωνίζεται μια κούρσα εξοπλισμών με την Ρωσία και την Κίνα η οποία θα επηρεάσει και τους ευρωπαϊκού προϋπολογισμούς , ιδιαίτερα αν ο Τραμπ επιμείνει στο «μοίρασμα του βάρους» μέσα στο ΝΑΤΟ.

Οι προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.

Το να εξορκίζουμε τον νεοφιλελευθερισμό δεν αρκεί. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με στρατηγικές προκλήσεις που εκφράζουν δυο παράλληλες υπερωριμάνσεις / γηράνσεις.
Από τη μια πλευρά έχουμε τις οξυμένες αντιφάσεις και αναδιανομές ισχύος εντός του οικονομικού συστήματος.

Την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που προκαλεί τις συνεχείς «φούσκες» στον χρηματοπιστωτικό τομέα ή στα ακίνητα.  Την συνεχή υποκατάσταση της εργασίας από την τεχνολογία που μειώνει  τις θέσεις σταθερής απασχόλησης. Την ανάγκη μετάβασης σε μια πιο πράσινη οικονομία καθώς χρόνο με το χρόνο υπερβαίνουμε τα όρια αντοχής του πλανητικού συστήματος.

Την συνεχή αύξηση του μεριδίου στο παγκόσμιο ΑΕΠ των κρατών εκτός του μεταπολεμικού «μητροπολιτικού» άξονα Δυτική Ευρώπη- ΗΠΑ – Ιαπωνία.

Την προοδευτική μετατροπή των Νέων Βομηχανικών Χωρών και  της Κίνας από κράτη χαμηλού εργασιακού κόστους σε οικονομίες που ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία στην παραγωγή, άρα τη μείωση της προστιθέμενες αξίας και των κερδών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Παράλληλα έχουμε την γήρανση και αποδυνάμωση της Ευρώπης. Το δημογραφικό πρόβλημα και την παγκόσμια μετακίνηση πληθυσμών. Τη μεταφορά των τεχνολογικών, οικονομικών, πολιτισμικών κέντρων βάρους του πλανήτη σε μεγαλουπόλεις πολύ μακριά από τη Μεσόγειο και τις ακτές του Ατλαντικού. Τον σχεδιασμό παγκόσμιων δικτύων μεταφορών και ενέργειας που δεν έχουν στο επίκεντρο την Ευρώπη.

Η ευρωπαϊκή απάντηση σε όλα αυτά πρέπει να είναι ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα συνδυάζει την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου ( πράσινη οικονομία, αυξημένη  επένδυση στη γνώση και την καινοτομία, αύξηση της απασχόλησης στις υπηρεσίες) και τον κοινωνικό μετασχηματισμό (μείωση χρόνου εργασίας, εγγυημένο εισόδημα, νέο κοινωνικό κράτος, παραγωγικές σχέσεις και φορολογικό μοντέλο).

«Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων».  Ούτε ευχή ούτε κατάρα

Η βασικότερη πρόταση που κατατίθεται από τις πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ είναι η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων. Αποτυπώθηκε στην πρόσφατη σύνοδο των 4 μεγάλων της ΕΕ (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) στις Βρυξελες, διαφαίνεται ως η πλέον συνθετική στη Λευκή Βίβλο που παρουσίασε ο Γιουνκέρ. Ως δυνατότητα όσων θέλουν να προχωρήσουν ταχύτερα σε πλευρές της ενοποίησης, χωρίς να παρεμποδίζονται από τα κράτη που δεν επιλέγουν ή δεν μπορούν να ακολουθήσουν.

Οι 4 μεγάλοι με την κοινή στάση τους στις Βρυξέλες θέλησαν να στείλουν το μήνυμα ότι  αποφασίζουν από κοινού για τις μελλοντικές εξελίξεις. Μήνυμα πολιτικά απαραίτητο για δυο από αυτούς, την Ιταλία και την Ισπανία, που είναι βυθισμένοι στα οικονομικά προβλήματα και θα μπορούσαν να βρεθούν εκτός μιας γρήγορης ενοποιητικής προσπάθειας του Βορρά. Οπότε η συζήτηση για τις πολλαπλές ταχύτητες της ΕΕ ξεκινά ήδη από έναν πολιτικό  συμβιβασμό.

Από την ευρωπαϊκή αριστερά, κάθε πρόταση περί διαφορετικών ταχυτήτων, μεταβλητής γεωμετρίας, στενότερης συνεργασίας ή όπως αλλιώς έχει περιγραφεί ως τώρα, πρέπει να αξιολογηθεί με βάση το πόσο αυτή η πρόταση θα συμβάλλει σε μια  προοδευτική και δημοκρατική προοπτική για την Ευρώπη.

Πρέπει  να είναι μια πρόταση που δεν δημιουργεί  αποκλεισμούς, που δίνει βάρος  στην απόφαση συμμετοχής και όχι στην εκπλήρωση κριτηρίων γι αυτή τη συμμετοχή. Γιατί τότε θα δούμε ένα κλειστό κλαμπ να διαμορφώνεται και, το χειρότερο, να διαδραματίζει ηγεμονικό και επιβλητικό ρόλο έναντι των υπολοίπων.

Πρέπει  να είναι μια πρόταση που δεν θα επιτείνει  το πρόβλημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Μια εκλογή Υπουργού Οικονομικών ή Προέδρου της ΕΕ, όπως αυτή εκφράστηκε από πέρυσι από το Ντράγκι και τους διοικητές της Bundesbank και της Banque de France για την ενίσχυση της διακυβέρνησης (governance) στην EZ, θα πρέπει να αντλεί τη νομιμότητα της αν όχι άμεσα από τους πολίτες, τουλάχιστον από τα εκλεγμένα κοινοβούλια τους και το Ευρωκοινοβούλιο.

Πρέπει  να είναι μια διαδικασία που δεν υιοθετεί τυφλά τους περιορισμούς  της υφιστάμενης Ευρωπαϊκής Συνθήκης, αλλά που αναβαθμίζει  την σημασία της ανάπτυξης, της απασχόλησης, του κοινωνικού κράτους.

Στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όλα έχουν υπάρξει ως αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών και διακρατικών συμβιβασμών. Οι «πολλές ταχύτητες» δεν θα αλλάξουν αυτή την πραγματικότητα. Η δυνατότητα ή όχι των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων να συνδιαμορφώσουν το νέο πλαίσιο λειτουργίας της ΕΕ παραμένει το κρίσιμο διακύβευμα. Και αν ακροδεξιές φωνές όπως του Ουρμπάν αυτοεξαιρούνται από τη συνδιαμόρφωση αυτή, τόσο το καλύτερο.

Η ώρα της Ευρώπης είναι η ώρα της άλλης Ευρώπης.

Η ΕΕ δεν  πρέπει να παραμείνει στάσιμη. Ο συνδυασμός της κρίσης εμπιστοσύνης των ευρωπαίων πολιτών με τις εντεινόμενες αποκλίσεις των οικονομιών θα δώσει έδαφος στους απομονωτισμούς και σε συνεχείς εσωτερικές κρίσεις της ΕΕ αλλά επίσης θα οδηγήσει σε συνολική υποβάθμιση της στην παγκόσμια οικονομική και πολιτική σκηνή.

Η ΕΕ δεν πρέπει να προχωρήσει μέσα από παραλυτικούς συμβιβασμούς των ελίτ και τη δημιουργία ακόμη περισσότερων αδιαφανών και λαϊκά ανεξέλεγκτων μηχανισμών. Ένα τέτοιο «προχώρημα» προσωρινά ίσως διευκολύνει ένα στενό πυρήνα κεντρικών οικονομιών, μια ανασύσταση του γαλλο-γερμανικού άξονα υπό γερμανική ηγεμονία, μεσοπρόθεσμα όμως θα δημιουργήσει αντισυσπειρώσεις και συμμαχίες με δυνάμεις εκτός ΕΕ. Στο σημείο αυτό η γερμανική πολιτική είναι ιστορικά μυωπική, δεν βλέπει ότι η προσπάθεια επιβολής της δια της πολιτικής και οικονομικής ισχύος νομοτελειακά καταλήγει στο να παίζουν ρυθμιστικό ρόλο στην περιοχή οι εξωτερικές δυνάμεις.

Η ανάδειξη της κοινωνικής συνοχής, της περιφερειακής σύγκλισης, της ανάπτυξης , της εμβάθυνσης της δημοκρατίας ως βασικών πυλώνων του ευρωπαϊκού οικοδομήματος πρέπει να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης για την επαναθεμελίωση της ΕΕ 60 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει με πολιτική δειλία, ξεκινώντας από το ταμπού των υφιστάμενων Συνθηκών. Γιατί τότε κάθε απόφαση θα παραμένει ευχολόγιο, καθώς δεν θα υπάρχουν τα θεσμικά εργαλεία για την υλοποίηση της.

Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι η τολμηρή ανασύνταξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Τίποτε λιγότερο δεν θα αρκέσει σε έναν κόσμο όπου ήδη συγκροτούνται ισχυροί και αντιθετικοί μεταξύ τους πόλοι δυνάμεων.

Για την αριστερά στις σύγχρονες συνθήκες η πρόκληση αυτή αποκτά διεθνώς στρατηγικό χαρακτήρα. Ελλείψει κάθε άλλου σημείου αναφοράς, η δημιουργία μιας κοινωνικά και πολιτικά προοδευτικής Ευρώπης είναι το μοναδικό πεδίο στο οποίο οι αριστερές και προοδευτικές απόψεις μπορούν να μετρήσουν τη δυναμική τους, να αποκτήσουν ρεαλιστικό περιεχόμενο για τους λαούς.

Με μια στόχευση τέτοιου μεγέθους, το «τι θέλουμε» καθορίζει πια και το «τι είμαστε». Πάνω σε ένα προοδευτικό σχέδιο πολιτικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της Ευρώπης, πάνω στη διαδικασία συγκρότησης του και σύνδεσης του με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, επανακαθορίζεται και η πράξη της αριστεράς, τραβιούνται νέες και ακυρώνονται παλιές διαχωριστικές γραμμές, που και αυτές άλλωστε αποτελούσαν την έκφραση των μεγάλων στρατηγικών επιλογών του παρελθόντος. Σε μια τέτοια ιστορική στιγμή βρισκόμαστε και σήμερα, στην διατύπωση του προτάγματος για το μέλλον της ευρωπαϊκής αριστεράς ως εν δυνάμει πλειοψηφικού ρεύματος. Όπως και για την Ευρώπη έτσι και για την αριστερά, τίποτε λιγότερο δεν αρκεί.

22 Μαρτίου 2017