ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ



του Θανάση Κάππου

Τα έχουμε δει όλα. Αλλά, μάλλον και μετά την παρουσία του Μίκη στο συλλαλητήριο για την Μακεδονίας αποδεικνύεται πως έχουμε να δούμε (και θα δούμε) ακόμη περισσότερα.
Χρησιμοποιούν τους πάντες και τα πάντα για να ξαναγράψουν και το κυριότερο να “ξεγράψουν” την ιστορική και συλλογική μνήμη, ξέροντας και μάλιστα πολύ καλά πως η ιστορική πραγματικότητα στην Ελλάδα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα είναι «στιγματισμένη» από την σκληρότητα του νικητή απέναντι στον νικημένο, σε βαθμό που φτάνει στα όρια της παράνοιας και της πιο νοσηρής φαντασίας που σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί να την χωρέσει ανθρώπινος νους.

Μακρόνησος: Ένα “ζωντανό” κουφάρι ιστορικής μνήμης κάμποσες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Ένας τόπος βασανισμών και μαρτυριών που ευτυχώς τόσο για τους βασανιστές όσο και για τους βασανιζόμενους μίλησαν οι πράξεις.

Ποιοι όμως ήτα οι βασανιστές γιατί για τους βασανιζόμενους είναι λίγο πολύ γνωστό. Στην επικαιρότητα μετά το συλλαλητήριο ξαναήλθε το επίθετο Σκαλούμπακας. Ο αρχιβασανιστής στο ξερονήσι και ο κύριος υπαίτιος για την μεγάλη σφαγή εκατοντάδων φαντάρων τον Μάρτιο του 1948 με το δήθεν πρόσχημα της στάσης.

Ένας στρατιωτικός που είχε τεθεί σύμφωνα μα τις επίσημες βιβλιογραφικές πηγές (στην διάθεση όποιου τις ζητήσει) είχε τεθεί σε δυσμενή μετάθεση για δειλία σε μάχη απέναντι στον Δημοκρατικό Στρατό.

Αυτός που επέβλεπε τα βασανιστήρια στον ξερότοπο σαρκάζοντας και καγχάζοντας: «Δεν βλέπω αίμα, δεν βλέπω αίμα», με τα λόγια και τα συναισθήματα στην συγκεκριμένη περίπτωση να μην επιτρέπουν τον ελάχιστο οίκτο.

Αυτός που σύμφωνα με την διήγηση του καπετάνιου καϊκιού «Άγιος Νικόλαος» Μίμη Βρονταμίτη ο οποίος μετέφερε τα πτώματα τω νεκρών φαντάρων της σφαγής του Μαρτίου του 1948 δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτα.


«… «…Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Άγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα. Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ” Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ήταν δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί. Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης, Δήμητρας, Λαγός. Σ” ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να “κανα; Το πιστόλι σε παγώνει… Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέέτεια που έζησα στη ζωή μου…» (Φιλ. Γελαδόπουλου: «Μακρόνησος – Η μεγάλη σφαγή του 1948», εκδόσεις «Αλφειός»).


Προσοχή στα ονόματα των Αλφαμιτών και ο γιός του οποίου σήμερα με αφορμή τον Μίκη κάνει συνταρακτικά τιτιβίσματα (tweet) που δεν μπορεί να μείνουν ασχολίαστα. «Μιλάμε για πολύ πόνο που έχασε η  Αριστερά τον Μίκη. Έκανε ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ πολύ καλή δουλειά ο πατέρας μου στην ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ…»

Ένα στοίχημα για κάθε δημοκρατικό και προοδευτικό πολίτη η σωτηρία της Μακρονήσου σήμερα με καθυστέρηση πολλών μα παρά πολλών χρόνων. Μια καθυστέρηση που είναι ιστορικά τραγική και ευτυχώς που βρέθηκε η αείμνηστη Μελίνα που με δικές της πρωτοβουλίες ως Υπουργός Πολιτισμού, η Μακρόνησος ανακηρύχθηκε ως τόπος ιστορικής μνήμης και χωροθετήθηκαν οι χρήσεις γης (ΦΕΚ 895, 1 Νοεμβρίου 1995).

Δεν υπάρχει καλύτερη συγκυρία από την σημερινή, με την κυβέρνηση να πρέπει να καταλάβει πως έχει στις πλάτες της ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα και απέναντι σε εκείνους που πέθαναν κοιτάζοντας τον ήλιο και μάλιστα με ψηλά το κεφάλι.

Μια ευθύνη που όσο νωρίτερα την κατανοήσει τόσο γρηγορότερα θα φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Το εννοούμε όμως κάνοντας λόγο για σωτηρία της Μακρονήσου.

Εννοούμε την ένταξη της στον κατάλογο των μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, όπως τα αντίστοιχα παραδείγματα του Robben Island και του Εllis Island στην Αφρική και την Αμερική. Δύο τόπων που χρησιμοποιήθηκαν ως χώροι για διαφορετικούς λόγους εγκλεισμού μη αποδεκτά κοινωνικών ομάδων με αποτέλεσμα την θανάτωση και την ψυχική και σωματική εξαθλίωση μεγάλης μερίδας εγκλείστων.

«Το Robben Island χρησιμοποιήθηκε σε  διάφορες εποχές μεταξύ του 17ου και 20ου αιώνα ως φυλακή, νοσοκομείο για κοινωνικά μη αποδεκτές ομάδες ανθρώπων και ως στρατιωτική βάση. Τα κτίριά του και κυρίως αυτά που χρονολογούνται στο τέλος του 20ου αιώνα (φυλακές υψίστης ασφαλείας για πολιτικούς κρατούμενους, αποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η δημοκρατία και η ελευθερία θριάμβευσε  ενάντια στην καταπίεση και το ρατσισμό.

Από την επεισοδιακή ιστορία του νησιού διασώζεται ο τάφος του Hadije Kramat που πέθανε το 1755, ένα χωριό από διοικητήρια του 19ου αιώνα με μια εκκλησία και μικρό φάρο, την εκκλησία των λεπρών, ερείπια από στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Β’ παγκοσμίου πολέμου και φυλακή της  του Απαρτχάιντ από τη δεκαετία το 1960. Οι κρατούμενοι του Robben Island στερήθηκαν δικαιώματα και ελευθερίες λόγω κοινωνικής τάξης και χρώματος».


Μια επιβεβλημένη σήμερα κίνηση για πολλούς λόγους και κυρίως για να νικήσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ η ιστορική μνήμη. Μια κίνηση που αν δε ολοκληρωθεί με επιτυχία μέχρι τα τέλη του 2019 (αν και κανονικά θα έπρεπε να είχε ήδη δρομολογηθεί), αυτό πολύ απλά θα σημαίνει άγνοια και άρνηση απέναντι στην ιστορική μνήμη και μέχρι να πεθάνουμε, θα ακούμε όλους αυτούς που βασανίστηκαν, τρελάθηκαν, εξευτελίστηκαν και εξοντώθηκαν στο ξερονήσι να “βογκάνε ακόμη”.