Οι προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης σε σταυροδρόμι επιλογών





του Γιώργου Βεργόπουλου

Η σύγκρουση για την υπεράσπιση της δημοκρατίας στην Ευρώπη που ξεκίνησε με την ελληνική διαπραγμάτευση, κορυφώνεται.
Ενώ η ευρωπαϊκή δεξιά συνεχίζει τους οικονομικούς και πολιτικούς εκβιασμούς στην ελληνική κυβέρνηση, στην Πορτογαλία επιχειρείται ένα συνταγματικό πραξικόπημα για να κλείσει ο δρόμος σε μια προοδευτική κυβέρνηση.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση της Πολωνίας περνάει από την κεντροδεξιά στην αντιευρωπαϊκή ακροδεξιά, οξύνοντας ακόμη περισσότερο τις εγγενείς αντιφάσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική της κας Μέρκελ.
Η  ελληνική κυβέρνηση της αριστεράς επέλεξε τον προηγούμενο Ιούλιο να υπογράψει μια συμφωνία με σημεία της οποίας έχει στρατηγικές διαφωνίες, ώστε να κρατήσει την χώρα στο Ευρώ και να έχει την δυνατότητα να προωθήσει ένα παράλληλο προοδευτικό πρόγραμμα. Ήταν μια πολιτική απόφαση στηριγμένη στη θεωρία και την πρακτική της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και όχι του προπολεμικού λενινισμού, μια επιλογή στη λογική της μεταρρύθμισης των θεσμών και της σταδιακής οικοδόμησης καλύτερου συσχετισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. 
Η ευρωπαϊκή δεξιά θα προτιμούσε ο Αλέξης Τσίπρας τον προηγούμενο Ιούλιο να είχε παραδώσει την εξουσία. Όταν αυτό δεν συνέβη, οι συντηρητικές δυνάμεις ήλπιζαν ο ΣΥΡΙΖΑ να χάσει την κυβέρνηση στις εκλογές ή να υποχρεωθεί σε οικουμενική συγκυβέρνηση, με τη βοήθεια και της «από τα αριστερά» διάσπασης του. Όταν ούτε αυτό δεν πέτυχαν, άρχισαν τις καθυστερήσεις στην εκταμίευση των συμφωνημένων ποσών και τις πιέσεις για αντιλαϊκές αποφάσεις στην Αθήνα, με αιχμή απ’ ότι φαίνεται τα κόκκινα στεγαστικά δάνεια των ελλήνων πολιτών.
Στην Πορτογαλία το εκλογικό αποτέλεσμα  ανέδειξε μαθηματικά κατ αρχήν τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης σοσιαλιστών – αριστεράς. Τα κόμματα της πορτογαλικής αριστεράς μετέτρεψαν αυτή την αριθμητική δυνατότητα σε πολιτική δυναμική, προτείνοντας να στηρίξουν μια κυβέρνηση των σοσιαλιστών που θα τερματίσει τις πολιτικές της λιτότητας.
Αυτή η τολμηρή κίνηση της πορτογαλικής αριστεράς οδήγησε στην αποκόλληση των Πορτογάλων σοσιαλιστών από τη δεξιά και άνοιξε το δρόμο για μια κυβέρνηση όχι απόλυτα ελεγχόμενη από την κα Μέρκελ στην Λισαβώνα. Προκειμένου να εμποδιστεί αυτό, ο Πορτογάλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας κινούμενος στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας, ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας στην δεξιά. Κυβέρνησης που πάντως δύσκολα θα υπερβεί την εξάμηνη διάρκεια.
Έχουμε χάσει το λογαριασμό πόσα μικρά πραξικοπήματα  ( c est un coup όπως λέγαμε και τον Ιούλιο…) έχει επιχειρήσει η ευρωπαϊκή δεξιά μέσα στο 2015 για να ανασχέσει το σχηματισμό προοδευτικών κυβερνήσεων. Ο μεγάλος φόβος της είναι παράλληλα με την ενίσχυση της αριστεράς η μεταστροφή των σοσιαλιστών και η συγκρότηση πλέον μιας εναλλακτικής στη λιτότητα πλειοψηφικής πρότασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το φόβο αυτό ενίσχυσε και η επίσκεψη Ολάντ στην Αθήνα. Ανεξάρτητα από το πόσο σημαντική προσωπικότητα είναι ή δεν είναι ο Φρανσουά Ολάντ (σίγουρα δεν είναι Μιτεράν), ανεξάρτητα και από την κριτική που του έχει ασκήσει στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ και η ευρωπαϊκή αριστερά, η επίσκεψη του στην Αθήνα μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία στηρίζει την ελληνική διαπραγματευτική θέση. Όπως στηρίζει αντικειμενικά και την επιλογή των Πορτογάλων σοσιαλιστών να συμμαχήσουν με την αριστερά και όχι με τη δεξιά.
Να σημειώσουμε επίσης ότι μέσα στη Σοσιαλιστική Διεθνή η στροφή των Πορτογάλων βρίσκει έναν ισχυρό σύμμαχο στον νέο επικεφαλής των Βρετανών Εργατικών Κόρμπυν, με όλο το αυξημένο ειδικό βάρος που έχει το Εργατικό Κόμμα στους ευρωπαίους σοσιαλιστές.
Το φλέγον ζήτημα όμως σήμερα στην Ευρώπη περισσότερο και από τις πολιτικές της λιτότητας, είναι το προσφυγικό. Η άρνηση των κρατών της ανατολικής Ευρώπης να δεχτούν έστω κι ένα μικρό αριθμό προσφύγων προκάλεσε τη σύγκρουση τους με την Μέρκελ, που έχει υιοθετήσει μια στάση μεγαλύτερης αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες από τη Συρία. Στο εσωτερικό της Γερμανίας η Μέρκελ βάλλεται από τα δεξιά για τη στάση της αυτή,  και το πολιτικά πιο σημαντικό είναι ότι βάλλεται περίπου από τις ίδιες δυνάμεις που υποστήριζαν το ελληνικό Grexit, από τους δεξιούς ευρωσκεπτικιστές και τη δεξιά – Βαυαρική  πτέρυγα του κόμματος της.
Το Πολωνικό εκλογικό αποτέλεσμα κινείται ακριβώς πάνω σε αυτό τον καμβά. Οι ηττημένοι των εκλογών είναι το σύμμαχο κόμμα της Μέρκελ, το κεντροδεξιό «Αστική Πλατφόρμα». Οι νικητές του κόμματος «Νόμος και Τάξη» είναι πολιτικά συγγενείς με τους Ούγγρους εθνικιστές και με τους γερμανούς ευρωσκεπτικιστές, ένα κλικ μόλις πριν τις θέσεις της Λε Πεν.
ΟΙ πολιτικές αντιθέσεις στην Ευρώπη φυσικά επηρεάζουν η μια την άλλη, οι συμμαχίες και οι συγκρούσεις διαπλέκονται. Για να υιοθετήσει η Μέρκελ μια πιο προοδευτική στάση στο προσφυγικό ζήτημα χρειάστηκε η πίεση από την αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας και την κεντροαριστερή της Ιταλίας, που και οι δυο αρνήθηκαν να μετατρέψουν τις χώρες τους σε στρατόπεδα προσφύγων.
Το πολιτικό τοπίο που διαμορφώνεται λοιπόν στην ήπειρο απέχει πολύ από την παντοδυναμία της Μέρκελ και της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς που φαινόταν πριν δυο χρόνια. Οι πολιτικές της λιτότητας και του δογματικού νεοφιλελευθερισμού στηρίζονται όλο και πιο δύσκολα από τα σοσιαλιστικά κόμματα, τα οποία εξετάζουν (με πολλούς δισταγμούς και ταλαντεύσεις βέβαια) την εναλλακτική πολιτική συμμαχίας με την αριστερά. Η αριστερά άντεξε στην Ελλάδα, ενισχύθηκε στην Πορτογαλία, περιμένει τις εκλογές στην Ισπανία, δυνάμωσε μέσα στους Εργατικούς.
 Ενώ τα πιο σκληρά κομμάτια της ευρωπαϊκής δεξιάς υιοθετούν γραμμές που αμφισβητούν ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, είτε με τη μορφή της ακραίας λιτότητας και της αποβολής κρατών από το Ευρώ είτε με την εθνικιστική και ρατσιστική ρητορική. Γραμμές που δεν γίνονται εύκολα αποδεκτές από την υπόλοιπη κεντροδεξιά.
Η κατάσταση αυτή εμπεριέχει από τη σκοπιά της αριστεράς κινδύνους και δυνατότητες ταυτόχρονα. Η πίεση των σκληρών δεξιών όπως ο Σόιμπλε απέναντι στην Ελλάδα ή αύριο την Πορτογαλία και την Ισπανία μπορεί να σκληρύνει ακόμη περισσότερο μέσα στη σύγχυση που επικρατεί στο Βερολίνο και στις Βρυξέλες. Από την άλλη πλευρά, στα δυο βασικά θέματα στην ατζέντα, τη λιτότητα και το προσφυγικό, διαμορφώνονται ισχυρές συμμαχίες για την αριστερά τη στιγμή που η δεξιά δεν έχει ενιαία γραμμή.
Ιδιαίτερα η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται ταυτόχρονα  τα προαπαιτούμενα της συμφωνίας, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, την αναδιάρθρωση του χρέους και τον επιμερισμό του βάρους του προσφυγικού προβλήματος. Σ’ αυτή την προσπάθεια έχει καλές συμμαχίες στο εξωτερικό. Τα ελληνικά κόμματα της κεντροαριστεράς, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, δεν έχουν δείξει μέχρι στιγμής να παρακολουθούν τη ζύμωση και τις μετατοπίσεις που συντελούνται πανευρωπαϊκά στο χώρο τους. Παραμένουν εγκλωβισμένα σε προσωπικές στρατηγικές και σε έναν εκτός συγκυρίας ρεβανσισμό προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Με την πολιτική τους αυτή αναλαμβάνουν έναν καινούργιο πολιτικό κίνδυνο. Να ξεπεραστούν απολύτως από τη δυναμική των εξελίξεων και να μην εκπροσωπούν πλέον πολιτικό χώρο αλλά μόνον προσωπικούς μηχανισμούς. Με τις στρατηγικές συνέπειες που θα έχει αυτό στη θέση τους στο πολιτικό σύστημα.
Γιώργος Βεργόπουλος
27 Οκτώβρη 2015