ΝΑ ΛΕΜΕ ΤΗ ΣΚΑΦΗ ΣΚΑΦΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΤΑ ΦΑΣΙΣΤΑ



του Σταμάτη Θεοδωρόπουλου

Ποτέ δεν κατάλαβα ποιός φυσικός ή κοινωνικός νόμος απαγορεύει να υπάρχουν στην Ελλάδα εθνικιστές ή και φασίστες σε υπολογίσιμα ποσοστά. Κάθε φορά που  οι ακροδεξιές απόψεις κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην κοινωνία, τις δημοσκοπήσεις, τις ίδιες τις εκλογές, όλοι σπεύδουν να διευκρινήσουν ότι “αυτοί οι συμπολίτες μας στο μεγαλύτερο μέρος  τους δεν είναι ακροδεξιοί, πόσο μάλλον φασίστες”.

Προφανώς αυτό οφείλεται στην (σωστή κατ αρχήν) άποψη ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου ως φασίστα ή και ακροδεξιού δεν είναι τιμητικός, είναι περίπου βρισιά. Ναι, αλλά η ακροδεξιά, ο εθνικισμός, ο φασισμός, είναι υπαρκτά πολιτικά ρεύματα, δεν μπορούμε να προσποιούμαστε το αντίθετο, ιδιαίτερα αν θέλουμε να αντιπαρατεθούμε με αυτά.

Στην Ελλάδα η ακροδεξιά κυβέρνησε δικτατορικά δυο φορές τον 20ο αιώνα, το 36-40 και το 67-74. Δεν άφησαν αυτές οι περίοδοι άσκησης εξουσίας (και μάλιστα ωμής και αυθαίρετης) το αποτύπωμα τους και με τη μορφή ομάδων στην κοινωνία που ωφελήθηκαν προσωπικά και επηρεάστηκαν ιδεολογικά; Ας δεχτούμε ότι στην Κατοχή συνεργάτες των ναζί ήταν μόνον μια φούχτα προδότες και ότι οι “κανονικοί” ακροδεξιοί εκφράζονταν από τις μη αριστερές αντιστασιακές οργανώσεις. Το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος όμως αγκάλιασε την ακροδεξιά, τους παλιούς μεταξικούς κλπ (και δυστυχώς και αρκετούς ταγματασφαλίτες) και τους παραχώρησε μερίδιο στην εξουσία. Ο Γκοτζαμάνης δεν ήταν φασίστας; Αλλά και μέσα στο επίσημο κράτος πως να χαρακτηρίσει κανείς άραγε τους βασανιστές της Μακρονήσου.

Μετά τη χούντα ο Καραμανλής πράγματι διαχώρισε την επίσημη παράταξη της δεξιάς από την ακροδεξιά. Ας θυμηθούμε λοιπόν ότι η “Εθνική Παράταξις” το 1977 συγκέντρωσε 6,5% των ψήφων. Τρία χρόνια μετά την πτώση της χούντας, με το Πολυτεχνείο ανοιχτή πληγή στις μνήμες, εγω δεν θα χαρακτήριζα κανένα ψηφοφόρο της τότε Ε.Π. ως κάτι άλλο από ακροδεξιό ή φασίστα.

Στη συνέχεια οι βουλευτές της  Ε.Π. ανεξαρτοποιήθηκαν, ψήφισαν κατά ένα μέρος τους Καραμανλή για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το μόρφωμα διαλύθηκε. Προφανώς οι ψηφοφόροι του από το 81 και μετά ψήφιζαν ΝΔ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξαν απόψεις ! Απλώς η ακροδεξιά χώρεσε στην ΝΔ του Αβέρωφ. Άλλωστε οι Κένταυροι και οι Ρέιντζερς δεν ήταν και τα πιο δημοκρατικά παιδιά.

Η αυτόνομη έκφραση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα ανασυγκροτείται μετά με την ΕΠΕΝ και περιφερειακά της μορφώματα. Μπορεί η ανοιχτά ναζιστική Χρυσή Αυγή να παρέμεινε ασήμαντη σε απήχηση μέχρι περίπου το 2010 αλλά το ακροδεξιό ΛΑΟΣ συγκέντρωσε ποσοστά ικανά να εκπροσωπηθεί στη Βουλή και την Ευρωβουλή στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ενώ η προσχώρηση των βουλευτών του ΛΑΟΣ Βορίδη και Γεωργιάδη στη ΝΔ δεν εμπόδισε την Χ.Α. το 2012 να μπει στη Βουλή και να κρατηθεί από τότε σε ποσοστά αντίστοιχα της Ε.Π. το 1977.

Το συμπέρασμα είναι νομίζω σαφές. Η ακροδεξιά, περισσότερο ή λιγότερο εθνικιστική ή και ανοιχτά φασιστική ανάλογα με τη συγκυρία συγκντρώνει εύκολα στην Ελλάδα μετά το 74 ποσοστά πάνω από το 5% ως αυτόνομη καταγραφή, ενώ ταυτόχρονα στελέχη με ακροδεξιές καταβολές αλλά και απόψεις υπάρχουν πάντα στο κόμμα της ΝΔ.

Άρα τουλάχιστον 300.000 συμπατριώτες μας είναι ακροδεξιοί και μάλλον (συνυπολογίζοντας την πολιτική διήθηση με την ΝΔ) αρκετά περισσότεροι. Προφανώς επαρκούν και για να πραγματοποιήσουν μεγάλες συγκεντρώσεις και για να κάνουν παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους στα social media, τις συζητήσεις στα καφενεία, στις κερκίδες των γηπέδων. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι για παράδειγμα πήγαν στο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα ήταν ακροδεξιοί. Όμως μια λογική υπόθεση είναι ότι οι μισοί ήταν. Αλλιώς θα πρέπει να δεχτούμε ότι ειδικά οι ακροδεξιοί δεν συμμετέχουν στις συγκεντρώσεις με τις οποίες συμφωνούν, αφήνουν τους άλλους να πάνε. Παράλογο, όπως έλεγε και ο Λαζόπουλος.

Οι ακροδεξιοί δεν έχουν κέρατα στο μέτωπο να ξεχωρίζουν και μερικοί από αυτούς μπορεί να είναι και καλοί άνθρωποι στην παρέα αν η συζήτηση δεν έχει κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο. Η πολιτική και κοινωνική τους άποψη είναι άκρως επικίνδυνη και αντικοινωνική. Αλλά αυτό δεν αντιμετωπίζεται με το να τους βαφτίζουμε κεντρώους, αντίθετα συσκοτίζει την γενικότερη εικόνα και τις ανάγκες της συγκυρίας. Σε αυτό θα συμφωνούσε και ο Φίλιππος ο Μακεδών στον οποίο αποδίδει ο Πλούταρχος την έκφραση «εμείς λέμε την σκάφη σκάφη» όταν ρωτήθηκε για σκληρούς χαρακτηρισμούς αντιπάλων του.