Το στρατηγικό παιχνίδι του Πούτιν με τους Σιίτες



του Γιώργου Βεργόπουλου

Ο πόλεμος του Αφγανιστάν ήταν το «Βιετνάμ της ΕΣΣΔ». Σε συνδυασμό όμως με τα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα της και την περιορισμένη πια λαϊκή αποδοχή του καθεστώτος, είχε πολύ σοβαρότερες συνέπειες. Μπορεί να ειπωθεί ότι η Σοβιετική ήττα στο Αφγανιστάν σήμανε την αρχή της πορείας προς τη διάλυση της ΕΣΣΔ.

Η βασική δύναμη που οδήγησε στην ήττα των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν ήταν οι φανατικοί Σουνίτες που έσπευσαν από τη Μέση Ανατολή να ενισχύσουν τους Ταλιμπάν. Με ηγέτη τον Μπιν Λάντεν εξασφάλισαν την υποστήριξη τους σε χρήμα από τα Κράτη του Κόλπου και σε όπλα από τις ΗΠΑ. Αυτή την υποστήριξη δεν μπορούσαν να επιτύχουν οι ντόπιοι Ταλιμπάν, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια του πολέμου.  Το αμερικανικό σχέδιο  στο Αφγανιστάν για την παγίδευση και τη μοιραία φθορά της ΕΣΣΔ έγινε εφικτό μόνον χάρη στον Μπιν Λάντεν και τους οπαδούς του. Αυτό ανεξάρτητα από τα λάθη που οι ίδιοι οι Σοβιετικοί έπραξαν στο Αφγανιστάν και από την σκληρή κριτική που σωστά ασκείται στην πρώην ΕΣΣΔ για την επιθετική και καταπιεστική εξωτερική πολιτική της.

Αρκετά χρόνια μετά  μια άλλη Σουνιτική οργάνωση, οι αντάρτες στην Τσετσενία και το Νταγκεστάν, απείλησε την ακεραιότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο πόλεμος αυτός έληξε με την επικράτηση της Ρωσίας και μετά από πολλές αγριότητες. Από την οπτική  όμως της Ρωσικής κυβέρνησης, και πάλι οι ισλαμιστές αντάρτες στον Καύκασο ενισχύθηκαν οικονομικά από τα Σουνιτικά κράτη του Κόλπου και λάμβαναν οπλισμό δυτικής προέλευσης.

Το μήνυμα για τη Ρωσία ήταν σαφές. Η Δύση χρησιμοποιεί τους φανατικούς Σουνίτες για να την υπονομεύσει. Μεγάλο μέρος των νότιων περιοχών της  Ρωσικής Ομοσπονδίας αλλά και οι στρατηγικοί της σύμμαχοι στην Κεντρική Ασία (Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν) κατοικούνται από Σουνίτες. Η Ρωσία, τραυματισμένη από την διάλυση της ΕΣΣΔ και με δεκάδες εκατομμύρια Ρωσόφωνων να έχουν βρεθεί εκτός Ρωσικής Ομοσπονδίας, αισθάνθηκε να απειλείται καίρια.

Στο μεταξύ, οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε σύγκρουση με μέρος των φανατικών Σουνιτών, μετά την 11 Σεπτέμβρη ο Μπιν Λάντεν και η Αλ Κάιντα έγιναν ο υπ αριθμόν ένα εχθρός τους στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Ωστόσο οι σχέσεις των ΗΠΑ με τα Σουνιτικά Κράτη του Κόλπου δεν διαταράχθηκαν. Μέσω λοιπόν των Κρατών του Κόλπου (και ιδιαίτερα της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ) οι ΗΠΑ διατήρησαν διαύλους επικοινωνίας με το πιο « μετριοπαθές» τμήμα του ριζοσπαστικού Σουνιτισμού.

Αυτή η αντιφατική στάση των ΗΠΑ απέναντι στο ακραίο Σουνιτικό Ισλάμ εκφράστηκε σε μια σειρά σφάλματα τους στην Μέση Ανατολή. Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν την Σουνιτική δικτατορία του Σαντάμ Χουσείν για να χτυπήσουν το Ιράν και στη συνέχεια συγκρούστηκαν με τον ίδιο τον Σαντάμ. Μπλέχτηκαν στις θρησκευτικές αντιθέσεις  της περιοχής με τρόπο  αποσταθεροποιητικό και φέρουν αντικειμενικά μέρος της ευθύνης ακόμη και για τη δημιουργία του ISIS. Επιδίωξαν την ανατροπή του Καντάφι και του Άσαντ πάλι με όχημα τους φανατικούς Σουνίτες, με αποτέλεσμα το σημερινό χάος σε Λιβύη και Συρία.

Η Ρωσία του Πούτιν είδε σε αυτά τα σφάλματα και τις αντιφάσεις της αμερικανικής πολιτικής όχι μόνον την ευκαιρία να «ξαναβάλει πόδι» στην Μέση Ανατολή. Ο Πούτιν είδε κάτι πολύ βαθύτερο. Την δυνατότητα να χτίσει προνομιακή σχέση με την άλλη πλευρά του Ισλάμ, τους Σιίτες, και να διασφαλίσει στρατηγικά όλο το νότιο μέτωπο του.

Λόγω της αμέριστης στήριξης στα Σουνιτικά καθεστώτα του Κόλπου, οι ΗΠΑ είχαν πάντα κακές σχέσεις με το Σιιτικό Ιράν και κατά συνέπεια με όλους τους Σιίτες στη Μέση Ανατολή. Ξεκινώντας βέβαια αυτές οι κακές σχέσεις από την στήριξη που είχαν δώσει οι ΗΠΑ στον Σάχη και την δραματική σύγκρουση του αμερικανού Προέδρου Κάρτερ με το καθεστώς Χομεϊνί κατά τα πρώτα βήματα του.  Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι στα αμερικανικά σχέδια το Ιράν και οι Σιίτες ήταν μικρής σημασίας παίκτες. Επένδυαν λοιπόν στην απομόνωση του Ιράν περιμένοντας την κατάρρευση του. Και βασίζονταν  στο Ισραήλ για να συμπιέζει την Σιιτική Χεζμπολάχ στο Λϊβανο και την Σιιτική κυβέρνηση του Άσαντ στη Συρία.

Η στήριξη που πρόσφεραν οι Ρώσοι σε Ιράν και Συρία ήταν για πολλά χρόνια περιορισμένη. Ώσπου ο Πούτιν είδε την ευκαιρία που αναφέραμε. Συνδυάζοντας την προφανώς με το ότι οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στη Ρωσία και στα κράτη της Κεντρικής Ασίας είναι όλοι Σουνίτες. Άρα η Ρωσία δεν έχει τίποτε να φοβάται από την ισχυροποίηση του Σιιτικού Ισλάμ, δεν έχει τίποτε να μοιράσει με αυτό.

Από την αρχή της Ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία (Σεπτέμβριος 2015) μέχρι σήμερα, η Ρωσία έχει οικοδομήσει μια πολιτικοστρατιωτική συμμαχία με όλο το Σιιτικό Ισλάμ στη Μέση Ανατολή. Μόλις άρθηκαν οι κυρώσεις στο Ιράν η Ρωσία ξεκίνησε τις συζητήσεις για μια τεράστια πώληση οπλικών συστημάτων σε αυτό. Για πρώτη φορά από την πτώση του Σάχη, ξένες στρατιωτικές δυνάμεις επιτράπηκε να μπουν στο Ιράν, με τη χρήση από τη Ρωσική αεροπορία βάσης στο δυτικό τμήμα της χώρας.

Οι Ιρανοί εθελοντές και οι Σιιτικές πολιτοφυλακές από Λίβανο και Ιράκ που πολεμούν πλάι στο στρατό του Άσαντ στη Συρία συντονίζονται από Ρώσους συμβούλους. Η κυβέρνηση της Βαγδάτης, αν και σύμμαχος των ΗΠΑ κατά του ISIS , λόγω του κυρίαρχου πια Σιιτικού στοιχείου στο Ιράκ, έχει στενό στρατιωτικό συντονισμό με Ιράν και Ρωσία. Ενώ η κυβέρνηση Άσαντ στη Συρία είναι πλέον απόλυτα εξαρτημένη από τη Ρωσία, στην πράξη οι Ρώσοι διοικούν τη χώρα.

Στο διπλωματικό και επικοινωνιακό επίπεδο η συμμαχία Ρωσίας – Σιιτών είναι ακόμη ευρύτερη. Η Ρωσία υποστηρίζει στον ΟΗΕ και με τα προσκείμενα της μέσα ενημέρωσης τους Σιίτες αντάρτες στην Υεμένη που είναι σε ανοιχτή σύγκρουση με την Σαουδική Αραβία. Όπως υποστηρίζει την πολιτική συμμαχία Χεζμπολάχ- μέρους των Χριστιαμών στον Λίβανο. Και επίσης την Σιιτική πλειοψηφία στο Μπαχρέιν που εξεγείρεται κατά της Σουνιτικής μοναρχίας.

Στον Καύκασο, το Σιιτικό Αζερμπαϊτζάν τηρεί ίσες αποστάσεις από την Τουρκία και το Ιράν, δημιουργώντας έτσι ένα μαξιλάρι ανάσχεσης της Τουρκικής επιρροής στους αντάρτες των περιοχών του Καυκάσου  της ρωσικής Ομοσπονδίας.

Για τον Πούτιν η στρατηγική συμμαχία με τους Σιίτες επιτρέπει δυο πράγματα. Αφενός  να έχει λόγο στις εξελίξεις στο σύνολο της Μέσης Ανατολής (και στη διαχείριση των πηγών και των διαδρομών της ενέργειας από την περιοχή). Αφετέρου  να εμποδίσει  την Τουρκική και Σαουδαραβική επιρροή στους Σουνιτικούς πληθυσμούς να επεκταθεί στον δικό της ζωτικό χώρο του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.

Την ίδια στιγμή, η εκλογική ήττα της Κλίντον στις ΗΠΑ αποδυναμώνει  (τουλάχιστον προσωρινά) τους δεσμούς ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Σαουδική Αραβία και μέχρι το ξεκαθάρισμα της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ παρατείνει την αμερικανική αδράνεια και αμηχανία στην περιοχή.

Ενώ οι καταρχήν επιτυχίες του άξονα Ρωσίας – Ιράν στη Συρία και το Ιράκ φαίνεται να αναγκάζουν την Τουρκία να κάνει ένα βήμα πίσω στη δική της στρατηγική  και να δέχεται μια τακτική σύμπλευση με Ρωσία και Ιράν, ώστε να μην βρεθεί με τους ηττημένους και να μην απειληθούν τα πιο ζωτικά της συμφέροντα, κυρίως στο Κουρδικό ζήτημα.

Γιώργος Βεργόπουλος
21 Δεκεμβρίου 2016