ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


του Γιώργου Σταμπουλή

4 Νοεμβρίου 2015
Η συζήτηση για την οργάνωση της παραγωγής και την ανάλυση των τρόπων παραγωγής έχει μάλλον καθυστερήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Οι λόγοι είναι ποικίλοι (κακοποίηση και διασυρμός της αυτοδιαχείρισης και του συνεταιριστικού κινήματος, κομματισμός κλπ). Στην αριστερά κυριάρχησε μετά το ’89 το ψευτοδίλημμα ιδιωτικοποίηση ή κρατικοποίηση (ένας εύκολος αντίπαλος για την νεοφιλελεύθερη αφήγηση). Απλουστευτική αντίληψη για τις επιχειρήσεις και θολούρα για την κοινωνικοποίηση-εθνικοποίηση. Εντούτοις, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις επιβίωσαν και σε πολλές περιπτώσεις θριάμβευσαν ή και αποτέλεσαν το κορμό της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών (ακόμη και στην Ελλάδα – Ζαγορά, Χίος κλπ).
Προτού προχωρήσω στην αποτύπωση της πρόκλησης για την συνεταιριστική επιχειρηματικότητα θα επιχειρήσω να θέσω το ζήτημα σε ιστορική διάσταση (ας συγχωρέσουν οι αναγνώστες την χαλαρότητα στη χρήση των αναλυτικών εργαλείων). Η σύγχρονη καπιταλιστική επιχείρηση αναλύεται για πρώτη φορά από τον Άνταμ Σμιθ στον «Πλούτο των Εθνών» (1776). Ο Σμιθ επισημαίνει την ανώτερη αποτελεσματικότητα της επιχείρησης την οποία αποδίδει στον οργανωμένο καταμερισμό εργασίας (το περίφημο εργοστάσιο κατασκευής καρφιτσών). Αυτό που δεν επισημαίνεται από τους αναλυτές είναι ότι ουσιαστικά ο Σμιθ αποδέχεται ότι οι επιχειρήσεις υπάρχουν ακριβώς διότι η αγορά αποτυγχάνει να επιτύχει αυτό το ανώτερο επίπεδο αποτελεσματικότητας (παραγωγικότητας). Ο Μαρξ έθεσε ουσιαστικά (όχι πρώτος, αλλά σε τεκμηριωμένη βάση και ανάλυση) το ζήτημα ποιος ιδιοποιείται το πλεόνασμα που προκύπτει και το σε ποιον οφείλεται. Αμφισβητήθηκε έτσι η ηθική βάση της ιδιοποίησης της υπεραξίας από τον καπιταλιστή. Παράλληλα επισημάνθηκε ο ρόλος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, του κεφαλαίου και της εργασίας, και το ζήτημα των «ενδιάμεσων κοινωνικών τάξεων» (μηχανικών, επιστατών, διοικητικών κλπ). Ο Μαρξ (άρρητα) επισημαίνει τη διαφοροποίηση κεφαλαίου-επιχείρησης, ιδίως όταν συζητά τη χρηματικοποίηση του κεφαλαίου και την αναπτυσσόμενη εσωτερική αντίφαση στην εξέλιξή του κεφαλαίου ως παραγωγική δύναμη (κάτι το οποίο σήμερα βιώνουμε ως κρίση υπερ-συσσώρευσης), αλλά και όταν προβληματίζεται για τον ρόλο των «ενδιάμεσων στελεχών» στην παραγωγή αξίας. Αυτός που θεωρείται ότι επισημαίνει την κεντρική σημασία της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας για την οικονομική εξέλιξη – στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος – είναι ο Σούμπετερ. Στο ύστερο έργο του και αυτός διαχωρίζει τον ιδιοκτήτη από την καινοτομική δραστηριότητα και εμμέσως – τουλάχιστον – την επιχειρηματική. Αναλύει πως η οργανωμένη καινοτομική δραστηριότητα βρίσκεται στον πυρήνα του οικονομικού γίγνεσθαι στο σύγχρονο καπιταλισμό και μάλιστα επισημαίνει ότι η επιχειρηματικότητα και η καινοτομία αποτελούν οι ίδιες πεδίο συλλογικής και όχι ατομικής δράσης.
Σήμερα μπορούμε να πούμε πως κατανοούμε ότι η παραγωγή αξίας συντελείται καταρχήν από την νοηματοδότηση που συντελείται στο πλαίσιο της καινοτομικής διαδικασίας (ανάπτυξη προϊόντων και σχεδιασμός παραγωγικής διαδικασίας) και η πραγμάτωση της αξίας συντελείται μέσω της συναλλαγής, αφού μεσολαβήσει η αναπαραγωγή αυτής της αξίας (π.χ.. μέσω της μεταποίησης, της κατασκευής ή της εκπομπής). Η τεχνολογική εξέλιξη και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί να ξαναδούμε τους όρους λειτουργίας της οικονομίας και της προϋποθέσεις κοινωνικού μετασχηματισμού. Πρώτα χρειάζεται να ξαναγυρίσουμε στην ανάλυση με βάση τα οικονομικά της αξίας. Να (ξανα-)διακρίνουμε την αξία χρήσης από την ανταλλακτική αξία και από το κόστος. Κάθε οργανισμός παραγωγής αξίας θα είναι βιώσιμος όταν η τιμή στην οποία ανταλλάσσει το προϊόν του (η ανταλλακτική αξία) είναι μεγαλύτερη από το κόστος σύλληψης-επινόησης και παραγωγής της αξίας και μικρότερη από την αξία χρήσης. Το βάρος της ανάλυσης έχει σε μεγάλο βαθμό εστιάσει στην αναπαραγωγή της αξίας (αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε παραγωγή, έχοντας στο νου μας τη μεταποίηση). Τούτο έχει οδηγήσει στην αναχρονιστική διάκριση χειρονακτικής και νοητικής εργασίας, παράλληλα με το νοητικό σχήμα της υλικής μεταποίησης ως κυρίαρχη μορφή παραγωγής αξίας. Αντίθετα η ανάλυση των εξελίξεων στην οικονομία καταδεικνύει την ανάγκη συνολικής θεώρησης της αλυσίδας αξίας από τη σύλληψη μέχρι την παροχή της αξίας, την αναστροφή της διάκρισης χειρονακτικής-νοητικής εργασίας στην παραγωγική διαδικασία (μέσα από τις εξελίξεις στα κυρίαρχα ρεύματα της άσκησης και της επιστήμης της διοίκησης), τη συνολική θεώρηση υλικής και άυλης παραγωγής.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε σχηματικά ότι σήμερα οι παραγωγικές δυνάμεις εξελίσσονται σε αντίρροπες τροχιές ως εξής: Από τη μία το κεφάλαιο απομακρύνεται από τον άμεσο έλεγχο της παραγωγής αξίας, αδυνατώντας να κατανοήσει και να διαχειριστεί την εξέλιξη της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, οπότε προσπαθεί να ελέγξει την παραγωγή μέσω των μηχανισμών συγκρότησης του χρηματιστικού κεφαλαίου. Για να αντιμετωπίσει την αντικειμενική αδυναμία του να κατανοήσει τη φύση της παραγωγής και της αξίας της ίδιας, επιδιώκει την σύναψη συμμαχιών με τμήματα της «νοητικής εργασίας» (τα οποία όμως είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να αποδεσμευθούν από την αμεσότητα με την παραγωγή και να παραμείνουν αποτελεσματικά) και τμήματα του βιομηχανικού κεφαλαίου στο πλαίσιο μιας αναδιάρθρωσης του διεθνούς καταμερισμού εργασίας.
Από την άλλη, η εργασία, μέσα από τη διευρυμένη αναπαραγωγή της, συγκροτεί ευρύτερες δυνατότητες συμμετοχής στην παραγωγή αξίας σε δύο παράλληλες εξελίξεις: η νοητική εργασία αποκτά μεγαλύτερη σημασία στην οικονομία τόσο στη σφαίρα της νοηματοδότησης όσο και την αναπαραγωγής της αξίας, ενώ στην ίδια τη σφαίρα της αναπαραγωγής της αξίας η σύγχρονη τάση στην οργάνωση και διοίκηση της παραγωγής τείνει να ανατρέψει την διάκριση χειρονακτικής και νοητικής εργασίας (με τη γνωστή ρήση «κάθε εργαζόμενος εκτός από δύο χέρια έχει και μυαλό που πρέπει-μπορεί να αξιοποιηθεί»). Οι εξελίξεις αυτές καθιστούν όλο και πιο δυνατή τη συλλογική οργάνωση της εργασίας σε μονάδες που θα χαρακτηρίζονται από καταμερισμό εργασίας με αυξημένη αποτελεσματικότητα, δίχως να απαιτείται η οργανωτική παρέμβαση του κεφαλαίου μέσω της μισθωτής σχέσης απασχόλησης. Σε αυτό συντελεί και η δραματική μείωση του κόστους σημαντικού μέρους των μέσων παραγωγής, ειδικά σε ότι αφορά σε νέες τεχνολογίες.
Συνεταιρισμοί και συνεταιρισμοί
Η συζήτηση για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του πλεονάσματος (υπεραξία) περιορίσθηκε για μακρό διάστημα μεταξύ μιας ηθικίστικης λογικής για το δίκαιο του πράγματος και του διλλήματος ιδιωτικό-κρατικό. Παρόλα αυτά από πολύ νωρίς υπήρξαν απόπειρες αυτόνομης οργάνωσης της εργασίας με σημαντικά αποτελέσματα σε ότι αφορά στην αποτελεσματικότητα και τη βιωσιμότητα των εγχειρημάτων. Εδώ παρουσιάζεται μια απόπειρα να συνδεθούν οι διαφορετικές μορφές συνεταιρισμών με τα ζητήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Μια αφετηρία του σκεπτικού που παρατίθεται παρακάτω είναι το ζήτημα της διαχείρισης του αγαθού-πόρου που παράγεται από τη συνεταιριστική επιχείρηση. Έχουμε στη διάθεσή μας δύο γενικά πλαίσια αρχών (μεταξύ πολλών άλλων): της Διεθνούς Συνεταιριστικής Συμμαχίας και της Elinor Ostrom (1933-2012 – πολιτική επιστήμονας που ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε βραβείο Νόμπελ Οικονομικών το 2009) για τη διαχείριση των κοινών. Η συμβολή της Ostrom έγκειται και στην αξιοποίηση της διάκρισης – στην οικονομική και πολιτική επιστήμη – των αγαθών-πόρων ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, όχι απλά σε δημόσια και ιδιωτικά, αλλά με βάση δύο κριτήρια – την πρόσβαση-αποκλεισμό και την ανταγωνιστικότητα της χρήσης – σε τέσσερεις γενικές κατηγορίες: ιδιωτικά, δημόσια, κοινούς πόρους και συλλογικά (club goodsresources). Η δουλειά της επικεντρώθηκε κυρίως στη διαχείριση φυσικών πόρων (βοσκότοποι, υδατικά αποθέματα κλπ) που χαρακτηρίζονται από ανταγωνιστικότητα στη χρήση και μη-αποκλεισμό στην πρόσβαση. Απέδειξε ότι υπάρχει ένα πλαίσιο κανόνων θέσμισης της διαχείρισης του πόρου που καθιστά την αυτοδιαχείρισή τους από την κοινότητα των άμεσων ωφελούμενων πιο αποτελεσματική και μακροπρόθεσμα βιώσιμη από την ιδιωτικοποίηση και από την κρατική διαχείριση.
Στα μέσα της δεκαετίας του 2000 η Ostrom μαζί με άλλους ερευνητές αποπειράθηκε να επεκτείνει τη συζήτηση για τη διαχείριση των κοινών από τους φυσικούς πόρους και στην πληροφορία, επικοινωνώντας με μια ευρύτερη συζήτηση που διεξάγεται σχετικά με τα κοινά, το ανοιχτό λογισμικό κοκ (βλ. π.χ. το έργο των Negri & Hardt)..
Επανερχόμενος στην προηγούμενη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της (επιχειρηματικής) οργάνωσης θα προσπαθήσω να θέσω το ζήτημα του πλεονάσματος που παράγεται στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, δηλαδή τι είδους είναι το αγαθό-πόρος που παράγεται χάρη στη λειτουργία του συνεταιρισμού και ποιες οι συνέπειες για τη δημοκρατική διακυβέρνησή του.
Οι πιο οικείοι σε εμάς συνεταιρισμοί είναι οι αγροτικοί. Πρόκειται για συνεταιρισμούς παραγωγών, στους οποίους οι συνεταιριζόμενοι είναι ιδιώτες παραγωγή, ενώ οι εργαζόμενοι δεν έχουν καμμία ιδιότητα μέλους (που να απορρέει από την απασχόλησή τους στο συνεταιρισμό, καθώς μπορεί να είναι και αγρότες). Η αποτελεσματικότητα που ο συνεταιρισμός αποφέρει στα μέλη του έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να αποδώσει καλύτερες τιμές, είτε στα εφόδια που χρειάζονται είτε στο πρωτογενές ή μεταποιημένο προϊόν τους. Το αγαθό της καλύτερης τιμής χαρακτηρίζεται από μη ανταγωνιστικότητα (το ότι κάποιο μέλος απολαμβάνει την τιμή δεν την στερεί από τα άλλα) και από αποκλειστικότητα (μόνο τα μέλη που ανήκουν στο συνεταιρισμό έχουν πρόσβαση σε αυτό). Με αυτή την έννοια αποτελεί ένα συλλογικό αγαθό και όχι ένα κοινό. Το ίδιο μπορούμε να πούμε ότι συμβαίνει και με τους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς…
Για ένα άλλο είδος συνεταιρισμών, τους πιστωτικούς τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Ενώ τα επιτόκιο πίστωσης δεν χαρακτηρίζεται από ανταγωνιστικότητα, η δεξαμενή του διαθέσιμου κεφαλαίου (η συνολική-συλλογική πιστοληπτική ικανότητα) έχει ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Με αυτή την έννοια έχουμε ένα συλλογικό ιδιωτικό αγαθό.
Στις προηγούμενες περιπτώσεις συνεταιρισμών οι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν ως μέλη. Οι εργατικοί συνεταιρισμοί αποτελούν ωστόσο την αφετηρία του σύγχρονου κινήματος (από το Rochdale το 1844). Σε αυτούς ισχύει η αρχή κάθε εργαζόμενος είναι μέλος με μία ψήφο. Στην εξέλιξή τους οι εργατικοί συνεταιρισμοί αποτελούν σχετικά πολύπλοκους ετερογενείς οργανισμούς, με την έννοια ότι δεν είναι όλοι οι εργαζόμενοι στην ίδια βαθμίδα της ιεραρχίας σε ότι αφορά στη λήψη αποφάσεων και συχνά στην αμοιβή. Το παραγόμενο αγαθό είναι το πλεόνασμα που παράγεται από τη συλλογική εργασία και χαρακτηρίζεται από ανταγωνιστικότητα και από αποκλεισμό (περιορισμό στην πρόσβαση). Εντούτοις, αν ως αγαθό ορίσουμε ακριβώς την ικανότητα παραγωγής πλεονάσματος χάρη στην ανταγωνιστικότητα του οργανισμού, το ζητούμενο δεν είναι απλά η διαχείριση του πλεονάσματος (όπου η επανεπένδυση θα οδηγήσει σε αυξημένη παραγωγικότητα την οποία θα απολαμβάνουν όλοι δίχως αποκλεισμό), αλλά της ίδιας της ικανότητας πραγμάτωσής του. Αυτή θα είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας που θα καταβάλουν τα μέλη για τη συντήρηση και ανάπτυξη του άυλου πόρου της επιχειρηματικής και καινοτομικής ικανότητας, κάτι το οποίο δεν περιορίζεται στην σφαίρα της μεταποιητικής δραστηριότητας, αλλά στη συνεχή ανάπτυξη της συλλογικής «ευφυΐας» και γνώσης.