ΠΩΣ Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΓΙΝΕ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ



του Γιώργου Βεργόπουλου

Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται στο χειρότερο επίπεδο εδώ και μισό αιώνα. Η επιθετική ρητορική του Τούρκου Προέδρου κατά των ΗΠΑ μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που ο Ερντογάν χρεώνει στην αμερικανική επιρροή, είναι πια το μικρότερο από τα προβλήματα σ' αυτές τις σχέσεις.


Στο πεδίο της γεωπολιτικής πραγματικότητας και όχι απλά της ρητορικής, η Τουρκία παραγγέλνει αντιαεροπορικά συστήματα SS400 από την Ρωσία και υλοποιεί στρατιωτική επιχείρηση στη βόρεια Συρία ενάντια στους “συνεταίρους” των ΗΠΑ Κούρδους αντάρτες. Το αμερικανικό Πεντάγωνο επιδιώκει να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί, αναδεικνύοντας τη διάκριση ανάμεσα στην “σύμμαχο” Τουρκία και τους “συνεταίρους” Κούρδους. Είναι όμως ξεκάθαρο σε όλη τη Μέση Ανατολή ότι η Τουρκία χαλάει τα αμερικανικά σχέδια για τη δημιουργία Κουρδικής κρατικής οντότητας στη βόρεια Συρία η οποία θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στην κυβέρνηση Άσαντ. Πρόκειται για πλήγμα και στην ουσία της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή και στο γόητρο των ΗΠΑ. Ιδιαίτερα το πλήγμα στο γόητρο και στην αξιοπιστία των ΗΠΑ είναι πιθανόν να έχει τις πιο σοβαρές συνέπειες. Γιατί την μέχρι στιγμής απροθυμία (ή ακόμη χειρότερα αδυναμία) των ΗΠΑ να προστατεύσουν τους “συνεταίρους” Κούρδους παρακολουθούν κυβερνήσεις από την Ανατολική Ασία μέχρι τη βόρειο Αφρική. Και την συγκρίνουν με την μεθοδικότητα και την επιμονή με την οποία υποστηρίζουν τους δικούς τους συμμάχους η Κίνα και η Ρωσία.

Τα προηγούμενα δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία γνωρίζει με σαφήνεια ούτε τι ακριβώς επιδιώκει ούτε πως θα το πετύχει. Η σύγκλιση της με τη Ρωσία και το Ιράν για λύση στον Συριακό εμφύλιο τίθεται σε δοκιμασία κάθε βδομάδα. Αναπόφευκτα, καθώς πρόκειται για μια συγκυριακή σύγκλιση δυνάμεων με στρατηγικά αποκλίνουσες επιδιώξεις. Η Τουρκία δεν έχει κανένα συμφέρον να ενισχυθεί ο άξονας Σιιτικών κρατών και οργανώσεων που μάλλον απροσδόκητα αναδείχθηκε σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Πόσο μάλλον με κυβέρνηση το ΑΚΡ του Ερντογάν, δηλαδή ένα κόμμα που αποτελεί μια ήπια εκδοχή της Σουνιτικής Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Οι μέχρι το 2014 συμμαχίες στην περιοχή ήταν πολύ περισσότερο αναμενόμενες. Η Τουρκία συνέπλεε με τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου στην υποστήριξη των διάφορων αποχρώσεων Σουνιτών ανταρτών ενάντια στον Άσαντ στη Συρία, τον οποίο υποστήριζε μόνον το Ιράν. Η Δύση πρακτικά ακολουθούσε την ίδια γραμμή, προσπαθώντας απλώς να μην ενισχύει και την Αλ Κάιντα μαζί με τους λοιπούς Σουνίτες αντάρτες. Ο πόλεμος κατά του Σουνιτικού ISIS στο Ιράκ (κυρίως) διεξαγόταν από τις ΗΠΑ αποκλειστικά με την αεροπορία και με στόχο την ανάσχεση και όχι την εξάλειψη του.

Το απρόβλεπτο που εμφιλοχωρεί σε κάθε ένοπλη σύρραξη μαζί με την σύνθετη φύση των αντιθέσεων στην περιοχή που δεν κατανοεί εύκολα η Δύση, οδήγησαν στην πλήρη ανατροπή της προηγούμενης εικόνας.

Το ISIS  σημείωσε περισσότερες στρατιωτικές επιτυχίες από΄όσες ανέμεναν οι ΗΠΑ και απέιλησε ακόμη και εδάφη της Σιιτικής πλειοψηφίας στο Ιράκ. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με την Αλ Κάιντα στη Συρία που υπερκέρασε πολύ τις “μετριοπαθείς” Σουνιτικές οργανώσεις ανταρτών σε επιρροή. Το διεθνές γοητρο τους ισχυροποιήθηκε τόσο που στρατολόγησαν εθελοντές  στα Ρωσικά εδάφη του Καυκάσου, στις Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας και στην σουνιτική μειονότητα στην Κίνα.

  Μια αντίδραση σε αυτά ήταν το ότι οι Σιίτες κληρικοί στο Ιράκ κάλεσαν σε πόλεμο κατά του ISIS και σύντομα οι Σιιτικές πολιτοφυλακές ήταν ισοδύναμος σύμμαχος με τον τακτικό στρατό του Ιράκ που υποστηρίζουν οι ΗΠΑ. Οι πολιτοφυλακές αυτές πέρασαν κατά ένα μέρος και στη Συρία για να βοηθήσουν τον Άσαντ, από δογματικής πλευράς πρόκειται για την ίδια σύγκρουση. Οπότε οι ΗΠΑ βρέθηκαν να βοηθούν τις Σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τους Σουνίτες αντιπάλους τους στη Συρία.

  Μια άλλη αντίδραση ήταν ότι η Ρωσία θορυβήθηκε από την ύπαρξη χιλιάδων εθελοντών από τα εδάφη της στη Συρία με την Αλ Κάιντα και το ISIS και αποφάσισε ότι καλύτερα να τους αντιμετωπίσει εκεί παρά όταν επιστρέψουν έμπειροι πολεμιστές στην Τσετσενία και το Νταγκεστάν. Οπότε αναβάθμισε την παραδοσιακή της στήριξη προς τον Άσαντ στη Συρία σε κανονική ένοπλη επέμβαση στο πλευρό του.

Στο διπλωματικό επίπεδο μια αντίστοιχη μετατόπιση έκανε και η Κίνα. Η ανησυχία της για την Σουνιτική μειονότητα των Ουιγούρων στην βορειοδυτική Κίνα είναι δεδομένη και η ύπαρξη ολόκληρης οργάνωσης Ουιγούρων που πολεμούσαν στο πλευρό της Αλ Κάιντα στη Συρία (του ΤΙΡ) ώθησε την Κίνα να ψηφίζει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σταθερά υπέρ του Άσαντ και της Ρωσίας.

Για να είναι αποτελσματική η Ρωσική επέμβαση στην Συρία χρειάστηκε ο πληρης συντονισμός με το Ιράν, που είχε ήδη δυνάμεις εκεί. Καθώς το Ιράν ενισχύει τις Σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ αλλά και στην Υεμένη και τον Λίβανο, ένας άξονας Ρωσίας – Σιιτών στη Μέση Ανατολή προέκυψε εκ των πραγμάτων απο τα τέλη του 2015. Άξονας που προσέφερε στη Ρωσία δυνατότητες γεωπολιτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή που δεν είχε φανταστεί πριν μια πενταετία.

Ο αντίπαλος σε Ιράν- Σιίτες-Ρωσία άξονας στην περιοχή είχε όπως είπαμε επικεφαλής την Σαουδική Αραβία. Όμως η ανομοιομορφία των Σουνιτικών οργανώσεων στη Συρία σήμαινε ότι άλλους αντάρτες στήριζε η Σαουδική Αραβία και άλλους η Τουρκία, κυρίως Τουρκόφωνους του βορρά. Το Κατάρ εν τω μεταξύ επηρεάζεται από την Μουσουλμανική Αδελφότητα και στηρίζει  περισσότερο ακραίες οργανώσεις από τη Σαουδική Αραβία,  τόσο στη Συρία όσο και στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή, με σημαντικότερη περίπτωση την Χαμάς στην Λώρίδα της Γάζας, που αποτελεί την Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Παλαιστίνη. Την Χαμάς στηρίζει ιστορικά και η κυβέρνηση Ερντογάν, για τους ίδιους λόγους. Οπότε διαμορφώθηκε μια συμμαχία Τουρκίας -Κατάρ.

Οι ΗΠΑ τον τελευταίο χρόνο του Ομπάμα και ακόμη περισσότερο επί Τραμπ αποφάσισαν να εντατικοποιήσουν τον πόλεμο κατά του ISIS. Στη Συρία ο μόνος αποτελεσματικός “συνεταίρος” για αυτή την σύγκρουση ήταν οι Κούρδοι, γιατί οι Σουνίτες αντάρτες ήταν και αδύναμοι και απρόθυμοι για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο κατά του ISIS. Οπότε οι ΗΠΑ ενίσχυσαν στρατιωτικά τους Κούρδους με διπλό στόχο. Να τελειώνουν γρήγορα με το ISIS και τα εδάφη που θα έχανε το ISIS να μην τα ανακτήσει ο Άσαντ. Να χρησιμοποιήσουν δηλαδή τους Κούρδους για την ανάσχεση της Ιρανικής και Ρωσικής επιρροής στη  Συρία.

Η Τουρκία είχε εξαρχής κάθετη αντίθεση με αυτή την αμερικανική επιλογή, φοβούμενοι τις συνέπειες της δημιουργίας μιας Κουρδικής κρατικής οντότητας στα νότια σύνορα της. Παράλληλα, οι σχέσεις της Τουρκίας και κυρίως του Κατάρ με τη Σαουδική Αραβία δοκιμάζονταν λόγω της εντεινόμενης προσέγγισης της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ (άρα της εγκατάλειψης της Χαμάς). Για τη Σαουδική Αραβία αυτή η πολιτική φαίνεται αναγκαστική για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη επιρροή των Σιιτών ακόμη και στα Κράτη του Κόλπου. Περιφερειακός αντίπαλος της Σαουδικής Αραβίας δεν είναι το Ισραήλ αλλά το Ιράν, άρα ο εχθρός του Ιράν είναι φίλος της. Όμως  το Κατάρ δεν δέχτηκε την εγκατάλειψη της Χαμάς και σε αντίδραση προσέγγισε το Ιράν, παρά την μεγάλη δογματική αντίθεση τους. Κοινός τόπος βρέθηκε στον “άξονα της αντίστασης”προς το Ισραήλ.

Με το συμμαχικό της Κατάρ να προσεγγίζει το Ιράν και τις ΗΠΑ να εξοπλίζουν τους Κούρδους, η κυβέρνηση Ερντογάν “γύρισε το ταμπλώ” και εκεί που κατέρριπτε Ρωσικά αεροσκάφη, συμφώνησε σε μια περιφερειακή σύμπραξη Ιράν- Τουρκίας-Ρωσίας για λύση στο Συριακό εμφύλιο χωρίς συμμετοχή των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας.Έτσι γεννήθηκαν οι συνομιλίες της Αστάνα στο Καζακστάν και η συζήτηση για συμφωνημένες ζώνες επιρροής Ιράν και Τουρκίας στη Συρία.

Η Τουρκία δεν έχει λόγους να εμπιστεύεται μακροπρόθεσμα ούτε το Ιράν ούτε την Ρωσία. Και επίσης επιμένει στην ανατροπή του Άσαντ,την οποία ούτε που συζητούν οι άλλοι δυο. Επεμβαίνοντας στρατιωτικά στη βόρεια Συρία κατά των Κούρδων σχοινοβατεί, περισσότερο εκβιάζει τις ΗΠΑ παρά έχει επιλέξει την αντιπαράθεση με αυτές. Επίσης δεν ξεχνά ότι ο φυσικός της σύμμαχος στη Μέση Ανατολή παραμένει η Σαουδική Αραβία. Αυτό που επιδιώκει είναι να εδραιώσει τα στενά της συμφέροντα στη βόρεια Συρία και να βρίσκεται σε καλύτερη θέση στις προσεχείς διαπραγματεύσεις.

Το ερώτημα είναι αν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να συμβιβαστούν με την απώλεια του Κουρδικού ερείσματος τους και γενικότερα με την εξάρτηση τους από τις περιφερειακές δυνάμεις για την παρέμβαση τους στη Μέση Ανατολή. Το πιθανότερο είναι ότι για το θέμα υπάρχουν εσωτερικές αντιθέσεις στην Ουάσιγκτον, που διαπλέκονται άμεσα με το βαθμό στήριξης στις πολιτικές του Ισραήλ. Οι στρατηγοί στο άμεσο περιβάλλον του αμερικανού Προέδρου υποστηρίζουν την Σαουδαραβική και Ισραηλινή άποψη για άμεση ανάσχεση του Ιράν και των Σιιτών και δεν είναι  καθόλου χαρούμενοι με το “μπέρδεμα” που προκαλούν οι επιλογές του Ερντογάν.

Η Τουρκία ρισκάρει πολλά με την επέμβαση της στο Συριακό Κουρδιστάν και πάνω απ όλα, μετατράπηκε πια σε μέρος του Μεσανατολικού προβλήματος στη σύγχρονη μορφή του. Βρίσκεται σε διπλωματική αδυναμία καθώς οι νέες συμμαχίες της είναι πολύ  εύθραυστες. Αν η επέμβαση κατά των Κούρδων “δεν του βγεί”, αν αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τις ΗΠΑ ή διαρραγεί η συνεννόηση του με το Ιράν και τη Ρωσία, ο Ερντογάν διακινδυνεύει την επανεκλογή του το 2019. Ένα από τα κακά αυτής της κατάστασης είναι ότι ψάχνει προς κάθε κατεύθυνση να βρει τρόπους να αποσπάσει την προσοχή του λαού από τα αδιέξοδα της εξωτερικής πολιτικής του.

Γιώργος Βεργόπουλος